LLR Books

Plato in Greek

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ Μ Ε ΤΑ Φ Ρ Α Σ Η
ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩ
Α. ΧΑΡΟΚΟΠΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚ ΗΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ
ΚΔΟΤΙΚΟΣ Ο
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩ. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ {1} ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ού τούτου και δευτερευούσης σημασίας πλατωνικού διαλόγου ευρίσ
Την κλείδα προς κατανόησιν του μικ ρκομεν εις τον επίλογον αυτού. Εκεί διηγείται ο Κρίτων ο γηραιός φίλος του Σωκράτους προς αυτόν,
ς είχον κάμη επίδειξιν της τέχνης των, συνήντησεν ένα ρήτορα
ότι απερχόμενος εκ του Λυκείου, όπου οι δύο σοφισταί ή μάλλον εριστικοί Ευθύδημος και Διονυσόδωρ οεκ των πεφημισμένων τότε εν Αθήναις· ούτος του εξέφρασε, λέγει, την άκραν του περιφρόνησιν διά
θινήν σοφίαν, εξέτεινε την περιφρόνησιν και δι' όλους γενικώς τ
την εριστικήν, αλλά συγχρόνως, ως άνθρωπος ο οποίος μόνον εν τη ιδία εαυτού τέχνη βλέπει την αλ ηους φιλοσόφους και την φιλοσοφίαν. Εξ όσων άλλων λέγονται ενταύθα περί του ρήτορος τούτου, ότι κυρίως ήτο ποιητής λόγων (λογογράφος, ρητοροδιδάσκαλος) και ότι
οιαύται επιπόλαιοι επιθέσεις εναντίον της φιλοσοφίας και των
ουδέποτε ο ίδιος παρουσιάσθη εις δικαστήριον, εικάζεται πολύ πιθανώς ότι πρόκειται περί του Ισοκράτους, εις τους λόγους άλλως τε του οποίου ουχί άπαξ απαντώσι τ φιλοσόφων, δυνάμεναι εξ ίσου και αδιακρίτως να αποβλέπωσι και εις τον Πλάτωνα αυτόν και εις τον Αντισθένην και τους Μεγαρικούς και οιονδήποτε άλλον. Και αν ακόμη η
ένετο αντικείμενον επιθέσεως τοιούτου τινός είδους, εκ της οποίας
υπόθεσις αύτη περί υπαινιγμού προς τον Ισοκράτην δεν είναι τελείως βάσιμος (διότι πράγματι πολλοί κριτικοί την επολέμησαν) το βέβαιον είναι οπωσδήποτε ότι ο Πλάτων ε γτου εδίδετο αφορμή να χωρίση άπαξ διά παντός τον ιδικόν του σωκρατισμόν των διαφόρων άλλων σωκρατικών σχολών των αντιπάλων του. Και τοιουτοτρόπως έγραψε την ευφυεστάτην και αληθώς αριστοφάνειον
ην, ήτις μολονότι πηγάζουσα εκ της σχολής του Σωκράτους, υπ
ταύτην σάτυραν, εις την οποίαν παρουσιάζει τους δύο ασήμους σοφιστάς Ευθύδημον και Διονυσόδωρον, ως αγοραίους γελωτοποιούς, επιδεικνύοντας μετά περισσής αηδίας και ψυχρότητος την διαλεκτικήν εκεί νέστη τοσαύτην παρέκκλισιν, οφειλομένην κυρίως εις την επίδρασιν του Ζήνωνος. Δια τους δύο τούτους εριστικούς οι παράδοξοι συλλογισμοί δεν είναι πλέον βοηθητικόν απλώς μέσον της γυμναστικής
ότε η Αθηναϊκή κοινωνία, ευκόλου χρηματισμού· προ παντός δε ήσαν π
του πνεύματος· κατήντησαν να αποτελούν καθ' εαυτούς, ως σοφίσματα, τον σκοπόν ιδίας τέχνης, της εριστικής, ασφαλέστατον δε συγχρόνως μέσον, υπό τας γνωστάς συνθήκας υπό τας οποίας διετέλει τροορισμένοι να εκπλήττουν, να περιάγουν εις αμηχανίαν και να προκαλούν τους γέλωτας και τας επευφημίας του πλήθους. Πράγματι οι ελεεινοί ήρωες του διαλόγου ή παίζουν με την διπλήν εκδοχήν των λέξεων, ή παρέρχονται σιωπηλώς και παραλείπουν τους
ής αντωνυμίας, και με αυτά και άλλα όμοια σοφά τεχνάσματα κατ
περιοριστικούς μιας εννοίας προσδιορισμούς, ή μεταχειρίζονται κατασκευήν φράσεως δικαιολογουμένης μεν υπό ειδικής τινος συνηθείας της γλώσσης, αλλοιούσης όμως εν τη προκειμένη περιστάσει το νόημα, ή αντικαθιστούν τας διαφόρους σημασίας της κτητι καλήγουν εις σειράν συμπερασμάτων αφαντάστου παραδοξότητος. Μεταξύ όμως των αηδών παραδοξολογιών των δυο τούτων ανδρών ο Πλάτων παρεισάγει κάπως λαθρεμπορικώς και με πονηράν επιτηδειότητα προτάσεις, αι οποίοι είναι γνωστόν ότι ανήκουν εις τον Αντισθένην,
βαρώς και επιστημονικώς (περί αυτού δεν επιτρέπεται αμφιβολία), ο
όπως π.χ. είναι ο ισχυρισμός περί του αδυνάτου άλλων κρίσεων εκτός των της ταυτότητος, περί του αδυνάτου επίσης της αντιλογίας ή και γενικώτερον οιασδήποτε ψευδούς βεβαιώσεως. Τας απορίας λοιπόν ταύτας, τας οποίας ο αρχηγός της κυνικής σχολής υπεστήριζε σ οΠλάτων θέτει εις το στόμα του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου και με αυτόν τον τρόπον εξευτελίζει την διδασκαλίαν των αντιπάλων του. Ίσως δε ακόμη και το γεγονός ότι παριστά τους δύο εριστικούς γελωτοποιούς ως μεταπηδήσαντας από της ρητορικής εις την διαλεκτικήν, και εις
κώμμα και η γνωστή σωκρατική ειρωνεία μετά περισσής δεξιοτε
ηλικίαν μάλιστα προχωρημένην, να περιέχη άλλον εκ προθέσεως υπαινιγμόν κατά του Αντισθένους, όστις ομοίαν οδόν είχεν ακολουθήση και τον οποίον εν τω Σοφιστή ονομάζει «οψιμαθή γέροντα». Ώστε εις όλον τον διάλογον επικρατεί κυρίως το σατυρικόν στοιχείον και εξασκείται το σχνίας. Οι παρεμβαλλόμενοι δε απέριττοι και ευθείς διάλογοι του Σωκράτους προς τον νεαρόν Κλεινίαν, διά των οποίων αναζητούν την «βασιλικήν επιστήμην» του υπερτάτου αγαθού, καθώς αντιτίθενται προς τα κενά λογοπαικτικά σχοινοβατήματα των δύο εριστικών, δίδουν τόνον και έντασιν μοναδικήν εις την εικόνα· ακόμη
ερος του Μένωνος, όστις πάλιν προϋποθέτει προ αυτού τον Πρωταγό
δε εξαίρεται η εκ του συνόλου καλλιτεχνική εντύπωσις με μερικάς περιγραφάς, αι οποίαι πάλλονται από ζωήν και μετρημένον πραγματισμόν. Ως προς την σειράν την οποίαν κατέχει ο διάλογος εις την χρονολογικήν ακολουθίαν των πλατωνικών έργων, τούτο μόνον ίσως δύναται να θεωρηθή βέβαιον, ότι είναι πάντως προγενέσ τραν και τον Γοργίαν. Ο τελευταίος δε εκδότης του Πλάτωνος, ο ημέτερος Σ. Μοραΐτης καταλέγει τα πειστικώτατα των επιχειρημάτων, εξ ων αποδεικνύεται ότι ο Ευθύδημος είναι βεβαίως ύστερος του Πρωταγόρου. ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ (ΚΡΙΤΩΝ (ΣΩΚΡΑΤΗΣ (ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ ΠΡΟΣΩΠΑ (ΔΙΟΝΥΣΟΔΩΡΟΣ (ΚΛΕΙΝΙΑΣ (ΚΤΗΣΙΠΠΟΣ
· ποιος ήτανε λοιπόν;
Κρίτων. Ποιος ήτανε, Σωκράτη, εκείνος που εσυζητούσες μαζί του εχθές εις το Λύκειον; Επλησίασα γιατί ήθελα να σας ακούσω, μα ήταν τόσον πολύς συνωστισμός γύρω σας, που δεν ημπόρεσα νακούσω τίποτε καθαρά. Ανασηκώθηκα όμως στα πόδια μου για να ιδώ τουλάχιστον και μου εφάνηκε πως ήτανε ξένος εκείνος που συζητούσατ ε Σωκράτης Μα για ποιον ερωτάς, Κρίτων; γιατί δεν ήτανε ένας, ήτανε δύο. Κρίτων Εκείνος που λέγω εγώ εκάθητο τρίτος στη σειρά δεξιά σου· ανάμεσά σας ήτανε το παιδί του Αξιόχου· πόσον, αλήθεια, μου φάνηκε πως εμεγάλωσε, Σωκράτη! σαν να έχη επάνω κάτω την ίδια ηλικία με τον δικό μου τον Κριτόβουλο· εκείνος όμως είναι ισχνός και
ναν ούτε τον άλλον. Σωκράτη
μικροκαμωμένος διά την ηλικίαν του, ενώ αυτός είναι πλέον σχηματισμένος και αλήθεια ωραιότατος και χαριτωμένος νέος. Σωκράτης Εκείνος που μ' ερωτάς, Κρίτων, είναι ο Ευθύδημος· και ο άλλος που εκάθητο αριστερά μου, ο αδελφός του ο Διονυσόδωρος· είχε και αυτός μέρος εις την συζήτησιν. Κρίτων Δεν γνωρίζω ούτε τον ές Είναι καθώς φαίνεται, κάποιοι καινούργιοι πάλιν σοφισταί. Κρίτων Και από πού, νάχωμε καλό ρώτημα; και ποια είναι η σοφία των; Σωκράτης Η καταγωγή τους, όσο ξέρω, είναι κάπου εκεί από τη Χίο, αλλά επήγαν και εγκατεστάθησαν εις τους Θουρίους· από εκεί εξορισμένοι, τριγυρίζουν πολλά χρόνια τώρα κατ' αυτά εδώ τα μέρη. Όσο διά την
εξασφαλίζει πάντοτε την νίκην· γνωρίζουν δηλαδή άριστα την οπλομαχ
σοφίαν των, που ερωτάς, είναι θαυμασία, Κρίτων· τίποτε δεν υπάρχει που να μην το ηξεύρουν· εγώ τουλάχιστον ως τώρα δεν είχα γνωρίση τι πράγμα είναι οι παγκρατιασταί· αυτοί, αλήθεια, ξεχωρίζουν εις όλα τα είδη των αγώνων, όχι όπως εκείνοι οι Ακαρνάνες αδελφοί, που μόνον με το σώμα ήσαν ικανοί να πολεμούν εν πρώτοις και εις αυτό το κεφάλαιον υπερέχουν απ' όλους, μ' ένα είδος μάχης που τους ητικήν τέχνην, και ημπορούν ακόμη και να την διδάσκουν εις
πολύτως κανείς ούτε χέρι να τους σηκώση· τόσο φοβεροί έχουν γίνη να
όποιον τους πληρώση· έπειτα είναι πρώτης τάξεως πολεμισταί εις τους δικαστικούς αγώνας και άλλους διδάσκουν να ομιλούν και να συνθέτουν λόγους διά τα δικαστήρια. Μέχρι τούδε λοιπόν η ικανότης των περιωρίζετο εις αυτά μόνον που ανέφερα, τώρα όμως πλέον έφθασαν εις την άκραν τελειότητα της παγκρατιαστικής τέχνης· διότι το μόνον είδος της μάχης που είχαν αφήση ακόμη ακαλλιέργητον, τώρα το επεξεργάσθησαν και αυτό εις βαθμόν, που να μην ημπορή πλέον α πολεμούν με τα λόγια και να ανασκευάζουν κάθε τι που ήθελεν ειπή ένας άλλος, είτε ψέμμα είτε αλήθεια. Εγώ λοιπόν, αγαπητέ μου Κρίτων, έχω σκοπόν να τους παραδώσω τον εαυτόν μου, διότι υπόσχονται εις ολίγον χρόνον να κάμουν τον πρώτον τυχόντα εμπειρότατον εις αυτό το είδος. Κρίτων Αλλά, Σωκράτη, δεν φοβάσαι την ηλικία σου, μήπως είσαι πλέον πολύ γέρος; Σωκράτης Κάθε άλλο, φίλε μου· και έχω ίσα ίσα επαρκή λόγον, που με
ιά, οι συμμαθηταί μου, και εμένα περιγελούν και τον Κόννον τον λ
ενθαρρύνει να μη φοβούμαι· διότι και αυτοί οι ίδιοι, αν θέλης να ξέρης, ήσαν προχωρημένοι πλέον εις την ηλικίαν, όταν επεδόθησαν εις την καλλιέργειαν αυτής της τέχνης, της εριστικής, που τόσον επιθυμώ να την μάθω και εγώ· πέρυσι ή προπέρυσι δεν είχαν ακόμη αποκτήση αυτήν την σοφίαν. Ένα μόνον πράγμα φοβούμαι, μήπως πάλιν τους ντροπιάσω και αυτούς τους ανθρώπους, όπως τον Κόννον του Μητροβίου, τον κιθαριστήν, που μου δίδει ακόμη και τώρα μαθήματα μουσικής· όσο μας βλέπουν τα παι δέγουν γεροντοδιδάσκαλον ·να μη συμβή λοιπόν το ίδιον και με αυτούς ξένους ανθρώπους, και ίσως, στοχάζομαι, από φόβο να μην ακούσουν τα ίδια, να μη θελήσουν να με δεχθούν μαθητήν των. Αλλά εγώ, όπως εκατάφερα και μερικούς άλλους γέροντας να έρχωνται μαζί μου να παίρνουν μαθήματα από τον Κόννον, έτσι και τώρα θα προσπαθήσω να παρασύρω μερικούς άλλους· και πρώτα πρώτα εσένα, αν θέλης να μ' ακούσης· ίσως μάλιστα δεν θα ήταν άσχημο δόλωμα να πάρωμε μαζί και τους υιούς σου· διότι είμαι βέβαιος ότι,
ποτε· θα προσπαθήσω λοιπόν να σου τα διηγηθώ όλα καταλεπτώς από τ
διά να τους έχουν εκείνους, θα συγκατανεύσουν να μας διδάξουν και εμάς. Κρίτων Δεν βλέπω να είναι καθόλου δύσκολον το πράγμα, αν αυτό είναι η επιθυμία σου· αλλά εξήγησέ μου πρώτα ποια είναι η σοφία των, διά να γνωρίζω τουλάχιστον τι έχομεν και να μάθωμεν. Σωκράτης Φθάνει να έχης όρεξιν ν' ακούης· διότι δεν θα ημπορούσα να προφασισθώ πως δεν τους επρόσεξα, αλλ' απεναντίας τους ήκουσα με την μεγαλυτέραν μου προσοχήν και δεν ελησμόνησα τ ίην αρχήν ως το τέλος: Έτυχε κατά καλήν μου τύχην να κάθωμαι μόνος μου εκεί που με είδες εις το αποδυτήριον και είχα αποφασίση πλέον να σηκωθώ να φύγω· αλλά μόλις σηκώνομαι, μου γίνεται έξαφνα το συνηθισμένον μου σημείον, το δαιμόνιον· ξανακάθωμαι λοιπόν πάλιν και σε λίγο πράγματι, να και μπαίνουν αυτοί οι δύο αδελφοί, ο Ευθύδημος και ο Διονυσόδωρος, και άλλοι πολλοί νέοι μαζί, μαθηταί των, καθώς μου φαίνεται· και αφού εμβήκαν, ήρχισαν να περιπατούν κάτω από την στεγασμένην την στοάν· δεν θα είχαν ακόμη κάμη δύο ή τρεις γύρους και μπαίνει ο Κλεινίας,
ό καιρόν εις καιρόν έστρεφαν τα βλέμματά των προς ημάς — διότι τους
αυτός που σου φάνηκε, και δεν έχεις άδικο, πως εμεγάλωσε τόσο πολύ· και από πίσω του ένα πλήθος ερασταί, μεταξύ των άλλων και ο Κτήσιππος, ένας νέος από την Παιανίαν, καλό και άξιο παληκάρι σε όλα του, αλλά κάπως παράφορος, όπως δα συμβαίνει συνήθως εις αυτήν την ηλικίαν. Μόλις με είδε από εκεί που εμβήκεν ο Κλεινίας, να κάθωμαι μόνος μου, διευθύνεται αμέσως προς το μέρος μου και κάθεται πλάι μου, δεξιά μεριά, όπως το παρετήρησες και συ. Ο Διονυσόδωρος τότε και ο Ευδύθημος, όταν τον είδαν, εσταμάτησαν πρώτα και κάτι άρχισαν να λέγουν μεταξύ των, ενώ α π παρακολουθούσα εγώ με πολλήν προσοχήν· τέλος πλησιάζουν και κάθονται και αυτοί, ο Ευθύδημος κοντά εις τον νέον και ο Διονυσόδωρος αριστερά μου· οι άλλοι επήραν θέσιν όπως έτυχεν ο καθένας. Αφού λοιπόν αντήλλαξα μαζί των τους θερμοτέρους χαιρετισμούς, ύστερ' από τόσον καιρόν που είχα να τους ιδώ, εστράφηκα προς τον Κλεινίαν και του λέγω: Αγαπητέ μου, να σε παρουσιάσω εις τον Ευθύδημον και τον Διονυσόδωρον, ανθρώπους αληθινά σοφούς όχι εις μικρά και ασήμαντα πράγματα, αλλά εις τα σπουδαιότατα· διότι γνωρίζουν κατά βάθος όλα τα μυστήρια της πολεμικής τέχνης, όσα χρειάζεται να γνωρίζη ένας που θέλει να γίνη
ατα τα θεωρείτε πλέον ως πάρεργα, και σας εξορκίζομεν να μας
καλός στρατηγός, να διοική ένα στράτευμα, να το παρατάσση εις μάχην, και να το καταστήση εν γένει εμπειροπόλεμον. Εκτός τούτου ημπορούν και να διδάξουν έναν άνθρωπον να υπερασπίζεται τον εαυτόν του ενώπιον των δικαστηρίων, εάν κανείς ήθελε τον αδικήση. Τα λόγια μου φαίνεται αυτά επροκάλεσαν τον οίκτον των δύο αδελφών· εγύρισαν συγχρόνως και εκύτταξεν ο ένας τον άλλον και εγέλασαν· και ο Ευθύδημος είπε: — Δεν καταγινόμεθα πλέον, Σωκράτη, με αυτά, αλλά τα έχομεν έτσι μόνον ως πάρεργα. Εγώ παραξενεύτηκα και του είπα: — Θα είναι λοιπόν εξαιρετικής σημασίας η κυρία σας ενασχόλησις, αφού τόσον σπουδαία πράγ μπήτε κ' εμάς, ποίον είναι αυτό τώρα το έργον σας. — Φρονούμεν ότι είμεθα εις θέσιν παρά κάθε άλλον καλύτερα και γρηγορότερα να διδάξωμεν την αρετήν. — Θεέ και Κύριε! καλέ τι μας λέτε! και πως εκάμετε αυτήν την θαυμασίαν ανακάλυψιν; Εγώ είχα ακόμη την ιδέαν, όπως το έλεγα δα και προ ολίγου, ότι εκείνο που κυρίως διεκρίνεσθε ήτο η διδασκαλία της οπλομαχητικής, και έτσι σας συνιστούσα· διότι ενθυμούμαι, όταν ήλθετε εδώ την πρώτην φοράν, αυτό το επάγγελμα είχετε. Αν όμως τώρα πράγματι κατέχετε αυτήν την επιστήμην που λέγετε, το έλεός σας επικαλούμαι· διότι τίποτε ολιγώτερον, παρά ως προς θεούς πρέπει πλέον να σας αποτείνωμαι και να σας δεηθώ να τύχω της συγγνώμης σας
όσους θέλουν να την μάθουν. — Μα ότι όλοι όσοι δεν την έχου
δι' όσα είπα πρωτύτερα. Αλλά ιδέτε όμως καλά, Ευθύδημε και συ Διονυσόδωρε, εάν είναι αλήθεια αυτό που μας είπατε και μην το ευρίσκετε, σας παρακαλώ, παράδοξον, αν το μεγαλείον των επαγγελιών σας με καθιστά κάπως άπιστον. — Να είσαι, μου απήντησαν, τελείως βέβαιος, Σωκράτη, ότι το πράγμα έχει όπως σου το είπαμεν. — Εν τοιαύτη περιπτώσει εγώ τουλάχιστον σας μακαρίζω δι' αυτό σας το απόκτημα πολύ περισσότερον παρά τον μέγαν βασιλέα διά την δύναμίν του· αυτό μόνον σας παρακαλώ να μου ειπήτε ακόμη, αν έχετε σκοπόν να επιδείξετε αυτήν σας την σοφίαν, ή τι προτίθεσθε να κάμετε; — Αλλά δι' αυτό ακριβώς ήλθαμεν, Σωκράτη, εδώ, διά να την επιδείξωμεν και να την διδάξωμεν ει ςν θα θελήσουν να την αποκτήσουν, εγώ σας το εγγυώμαι· και πρώτα πρώτα εγώ, έπειτα ο Κλεινίας αυτός, και κοντά σ' εμάς ο Κτήσιππος απ' εκεί και όλοι αυτοί οι άλλοι που βλέπετε, και του έδειξα τους εραστάς του Κλεινίου που μας είχαν ήδη περικυκλώση· διότι, πρέπει να σου είπω, ο Κτήσιππος κατ' αρχάς είχε καθήση αρκετά μακρυά από τον Κλεινίαν· αλλ' επειδή ο Ευθύδημος, όσο μου ωμιλούσε, έσκυβε προς τα εμπρός, απέκρυπτε τον Κλεινίαν, που εκάθητο μεταξύ των δύο μας, από τους οφθαλμούς του Κτησίππου· αυτός όμως, επειδή δεν ήθελε να στερήται την θέαν του φίλου του, είναι δε συγχρόνως και νέος φιλομαθής, εσηκώθηκε πρώτος και ήλθε κ' εστάθηκε κοντά μας· άμα τον είδαν λοιπόν και οι άλλοι εμιμήθησαν το
νη το πράγμα καθ' όλην αυτού την έκτασιν, αλλά ειπήτε μου σας παρ
παράδειγμά του κ' ήλθαν κ' εστάθηκαν γύρω μας, και οι ερασταί του Κλεινίου και οι φίλοι του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου. Αυτούς λοιπόν όλους εγώ τους έδειξα εις τον Ευθύδημον και του έλεγε πως όλοι είμεθα έτοιμοι να διδαχθώμεν από αυτόν. Πράγματι δε και ο Κτήσιππος επεβεβαίωσε με προθυμίαν μεγάλην την επιθυμίαν του, και όλοι οι άλλοι συνήνωσαν τας παρακλήσεις των προς τους δύο αδελφούς, διά να μας αποκαλύψουν τα μυστήρια της τέχνης των. Είπα λοιπόν εγώ απευθυνόμενος προς τον Ευθύδημον και τον Διονυσόδωρον: — Είναι, βλέπετε, ανάγκη εκ παντός τρόπου να ικανοποιήσετε αυτούς τους νέους και προς χάριν ιδικήν μου να κάμετε την επίδειξιν· αναγνωρίζω βέβαια ότι δεν είναι τώρα πολύ εύκολον να γ ίακαλώ αυτό: μόνον εκείνον, που είναι πλέον πεπεισμένος ότι πρέπει να διδαχθή την αρετήν παρ' υμών, ημπορείτε να καταστήσετε ενάρετον, ή επίσης και εκείνον που δεν είναι ακόμη πεπεισμένος, είτε διότι αμφιβάλλει αν η αρετή είναι πράγμα που ημπορεί να διδαχθή, είτε διότι δεν παραδέχεται ότι σεις είσθε οι καταλληλότεροι αυτής διδάσκαλοι; δύναται λοιπόν, σας ερωτώ, να αποδείξη επίσης η τέχνη σας και εις τον ούτω σκεπτόμενον, ότι και διδάσκεται η αρετή και σεις είσθε εκείνοι, που παρά κάθε άλλον καλύτερα ημπορείτε να την διδάξετε; — Μάλιστα, απήντησεν ο Διονυσόδωρος, ημπορεί να το αποδείξη και αυτό η τέχνη μας, Σωκράτη. — Ώστε δεν υπάρχει, Διονυσόδωρε, κανείς εις τον κόσμον που να ημπορή καλύτερ' από σας να προτρέψη τους ανθρώπους εις την
νείς και δώση κάποιαν άλλην διεύθυνσιν εις
φιλοσοφίαν και την καλλιέργειαν της αρετής; — Πράγματι, αυτό πιστεύομεν, Σωκράτη. — Τότε λοιπόν αφήσετε την επίδειξιν των άλλων δι' ευθετώτερον καιρόν, και αυτό μόνον σας ζητώ τώρα να κάμετε: πείσατε αυτόν τον νεαρόν φίλον μας, ότι πρέπει να επιδοθή εξ ολοκλήρου εις την φιλοσοφίαν και την καλλιέργειαν της αρετής, και θα μας υποχρεώσετε και 'μένα και όλους αυτούς, διότι συμβαίνει όλοι μας να έχωμεν εξαιρετικόν ενδιαφέρον περί του νέου και είναι μεγάλη η επιθυμία μας να γίνη όσον ημπορεί καλύτερος· ονομάζεται Κλεινίας και είναι υιός του Αξιόχου, εγγονός του παλαιού Αλκιβιάδου και πρώτος εξάδελφος του σημερινού Αλκιβιάδου. {2} Είναι ακόμη νέος και φοβούμεθα, ότι πρέπει να φοβήται κανείς πάντοτε δι' αυτήν την ηλικίαν, μήπως μας προλάβη κ ατο πνεύμα του και μας τον χαλάση· δεν ημπορούσετε λοιπόν να έλθετε εις καταλληλοτέραν στιγμήν· και αν δεν υπάρχη τίποτε να σας εμποδίζη, δοκιμάσετε τον νέον και συνδιαλεχθήτε μαζί του επί παρουσία μου. Αυτά του είπα επάνω κάτω αυτολεξεί, και ο Ευθύδημος αμέσως με ύφος ανθρώπου που έχει θάρρος και πεποίθησιν εις τον εαυτόν του μου λέγει: — Αλλά τίποτε δεν μας εμποδίζει, Σώκρατες, αρκεί μόνον να θέλη ο νέος ναπαντήση εις τας ερωτήσεις μας. — Α, όσο δι' αυτό, έγνοια σου, είναι αρκετά συνηθισμένος· διότι αυτοί εδώ οι φίλοι του δεν τον αφήνουν σχεδόν ποτέ από κοντά, και συχνά τον ερωτούν και συνδιαλέγονται μαζί του· ώστε ελπίζω να αποκριθή με θάρρος και χωρίς δυσκολίαν. Αλλά πως θα ημπορέσω, Κρίτων, να σου διηγηθώ τώρα καλώς τα μετά
υτί, ενώ ολόκληρον το πρόσωπον του εμειδία: — Και μολαταύτα σ
ταύτα; διότι δεν είναι μικρόν πράγμα ν' αναλάβη κανείς να κάμη πιστήν διήγησιν τόσον θαυμαστής σοφίας· ώστε και εγώ, όπως οι ποιηταί, πριν επιληφθώ της διηγήσεως, έχω ανάγκην να επικαλεσθώ τας Μούσας και την Μνημοσύνην. Ήρχισε λοιπόν κατ' αυτόν, νομίζω, τον τρόπον ο Ευθύδημος την ομιλίαν: — Δεν μου λέγεις, Κλεινία, ποίοι είναι εκείνοι που μανθάνουν, οι σοφοί ή οι αμαθείς; Και ο νέος, σαν δύσκολον φυσικά που ήτο το ερώτημα, εκοκκίνησε, και με προφανή απορίαν έστρεψε τα βλέμματά του προς εμένα. Εγώ άμα τον είδα, που τα έχασε: θάρρος, του είπα, Κλεινία, και απάντησε χωρίς συστολήν ό,τι σου φαίνεται το ορθότερον· ίσως απ' αυτό να βγη ανυπολόγιστος ωφέλεια για σένα. Εν τω μεταξύ όμως ο Διονυσόδωρος έσκυψεν ολίγον και μου είπε εις το αου προλέγω, Σωκράτη, πως ό,τι και να απαντήση ο νέος θα πέση έξω. Και ενώ μου έλεγεν αυτά ο νέος εν τω μεταξύ είχε πλέον απαντήση, ώστε δεν ευρήκα καιρόν να του συστήσω καν να προσέξη εις την απάντησίν του, αλλ' απεκρίθη, ότι βέβαια οι σοφοί είναι εκείνοι που μανθάνουν. Και ο Ευθύδημος τον ερώτησε πάλιν: — Υπάρχουν βέβαια άνθρωποι, τους οποίους ονομάζεις διδασκάλους, ή όχι; Ο Κλεινίας απήντησε καταφατικώς. — Λοιπόν οι διδάσκαλοι δεν είναι διδάσκαλοι εκείνων που μανθάνουν, όπως ο κιθαριστής ή ο γραμματιστής ήσαν βέβαια διδάσκαλοι και ιδικοί σου και άλλων παιδιών, σεις δε μαθηταί; — Μάλιστα. — Αλλά τον καιρόν που εμανθάνετε, δεν εγνωρίζετε ακόμη τα πράγματα, που εμανθάνετε; — Όχι. — Τότε λοιπόν, που δεν τα εγνωρίζετε ακόμη, ήσασθε σοφοί; — Όχι, βέβαια.
ς. — Οι σοφοί λοιπόν μανθάνουν και όχι οι αμ
— Ώστε αφού δεν ήσασθε σοφοί, ήσασθε αμαθείς; — Εννοείται και ήμασθε. — Εσείς λοιπόν που εμανθάνετε τα πράγματα, που δεν εγνωρίζετε, τα εμανθάνετε ενώ ήσασθε αμαθείς. Ο νέος απήντησε καταφατικώς με κλίσιν της κεφαλής. — Ώστε οι αμαθείς είναι εκείνοι που μανθάνουν, Κλεινία, και όχι οι σοφοί, καθώς εσύ φρονείς. Μόλις είπεν αυτά, όπως ένας χορός εις το σημείον του διδασκάλου, όλοι οι ακόλουθοι εκείνοι του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου εξερράγησαν εις θορυβώδεις επευφημίας και γέλωτας. Και πριν ακόμη λάβη ο νέος καιρόν να πάρη καλά καλά την αναπνοήν του τον παραλαμβάνει ο Διονυσόδωρος και τον ερωτά: — Αλλά δεν μου λέγεις, Κλεινία, όταν ο διδάσκαλός σας σάς εμάνθανε κάτι τι από στήθους, ποιοι το εμάνθανον, οι σοφοί ή οι αμαθείς; — Οι σοφοί, απήντησεν ο Κλεινί ααθείς. Ώστε δεν απήντησες σωστά εις τον Ευθύδημον. Τότε δα ήσαν και αν ήσαν τα γέλοια και ο θόρυβος εκ μέρους των θαυμαστών του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου, εις τους οποίους επροξένει κατάπληξιν η τόση του σοφία. Εμείς οι άλλοι εμείναμεν εμβρόντητοι χωρίς λέξιν να λέγωμεν. Και μόλις μας είδεν εις αυτήν την κατάστασιν ο Ευθύδημος, διά να μας δώση ακόμη μεγαλυτέραν ιδέαν της σοφίας του, αρπάζει πάλιν τον νέον και τον ερωτά, δίδων, όπως οι γυμνασμένοι χορευταί, άλλην στροφήν εις την ιδίαν ερώτησιν: — Ειπέ μας λοιπόν τώρα, εκείνοι που μανθάνουν, μανθάνουν όσα γνωρίζουν ή όσα δεν γνωρίζουν; Και ο Διονυσόδωρος πάλιν μου ψιθυρίζει σιγά εις το αυτί: — Να ιδής, άλλο πάλιν αυτό, Σωκράτη, σαν το πρώτο. — Αλλά και η πρώτη, μα τον Δία, ερώτησις ήτο πράγματι ανταξία υμών.
νωρίζεις, αφού γνωρίζεις όλα τα γράμματα. Ηναγκάσθη να συγκατανε
— Όλο τέτοια ερωτήματα κάνομ' εμείς, που δεν ημπορεί κανείς να τα βγάλη πέρα. — Και αυτό βέβαια εξηγεί πως έχετε τόσον κύρος μεταξύ των μαθητών σας. Εν τούτοις ο Κλεινίας είχεν αποκριθή εις τον Ευθύδημον, ότι μανθάνουν όσα δεν γνωρίζουν εκείνοι που μανθάνουν. Και ο Ευθύδημος εξηκολούθησε να τον ερωτά κατά τον αυτόν τρόπον καθώς και πρότερον: — Δεν μου λέγεις, Κλεινία, γνωρίζεις τα γράμματα; — Τα γνωρίζω. — Μα όλα; — Όλα. — Αλλά όταν ένας απαγγέλλη κάτι τι, δεν απαγγέλλει γράμματα; — Βεβαίως. — Ώστε απαγγέλλει κάτι που εσύ το γνωρίζεις, αφού τα γνωρίζεις όλα; Παρεδέχθη και αυτό. — Ε, πώς; δεν μανθάνεις λοιπόν εσύ εκείνα που σου αποστηθίζουν, αλλά μανθάνει εκείνος που δεν γνωρίζει γράμματα; — Όχι, απήντησεν, αλλά εγώ μανθάνω. — Μανθάνεις λοιπόν εκείνα που γύση. — Δεν απήντησες λοιπόν ορθώς. Δεν είχεν ακόμη καλά καλά τελειώση ο Ευθύδημος, και αμέσως παίρνει τον λόγον, ως να ήτο σφαίρα, ο Διονυσόδωρος και σημαδεύει πάλιν τον νέον: — Α, Κλεινία, είπε, προσπαθεί να σε γελάση ο Ευθύδημος διότι, ειπέ μου, το να μανθάνη κανείς δεν σημαίνει να αποκτά την γνώσιν εκείνου του πράγματος που μανθάνει; — Μάλιστα, απήντησεν ο Κλεινίας. — Το δε να γνωρίζη κανείς είναι τίποτε άλλο, παρά να κατέχη πλέον αυτήν την γνώσιν; — Όχι βέβαια. — Το να μη γνωρίζη λοιπόν κανείς θα ειπή να μην έχη ακόμη αποκτήση την γνώσιν· ή όχι; — Μάλιστα. — Ποιοί λοιπόν είναι εκείνοι που αποκτούν κάτι τι, εκείνοι που το έχουν ήδη, ή που δεν το έχουν; — Εκείνοι που δεν το έχουν. — Δεν ωμολόγησες ότι και όσοι δεν γνωρίζουν είναι από εκείνους που δεν έχουν κάτι; Συγκατένευσεν.
ως, αν έχης μυηθή, αρχίζουν με κάτι χορούς και άλλα τέτοια παιγ
— Ώστε όσοι μανθάνουν, είναι από εκείνους που αποκτούν κάτι τι, και όχι από εκείνους που έχουν. — Βεβαίως. — Ώστε μανθάνουν, Κλεινία, εκείνοι που δεν γνωρίζουν και όχι εκείνοι που γνωρίζουν. Τρίτην φοράν, καθώς εις το πάλαιμα, ετοιμάζετο ο Ευθύδημος να ρίψη καταγής τον νέον αλλά εγώ επειδή τον είδα καταπονεμένον πλέον και ήθελα να τον ξεκουράσω, διά να μη χάση όλως διόλου το θάρρος του, του είπα διά να τον εγκαρδιώσω: — Μην παραξενεύεσαι, Κλεινία, από αυτό το είδος της συζητήσεως, εις το οποίον είσαι ασυνήθιστος· διότι ίσως δεν ημπορείς να εννοήσης ποίος είναι ο σκοπός των φίλων μας εδώ μ' αυτά που κάνουν με σένα· κάνουν δηλαδή το ίδιον ό,τι και οι Κορύβαντες όταν υποβάλλουν εις την τελετήν του ενθρονισμού εκείνον που πρόκειται να μυήσουν εις τα μυστήριά των· και εκεί, καθώς θα γνωρίζης ί σνίδια· έτσι και αυτοί τώρα δεν κάνουν άλλο, παρά να χορεύουν και να πηδούν γύρω σου αστειευόμενοι, διά να σε μυήσουν κατόπιν. Φαντάσου τώρα λοιπόν και συ ότι και αυτά εδώ είναι τα προοίμια των σοφιστικών μυστηρίων, Και εν τούτοις όπως το ορίζει ο Πρόδικος, πρέπει κανείς να μάθη την ορθήν και κυρίαν σημασίαν των λέξεων, πράγμα ακριβώς το οποίον ήθελαν να σου διδάξουν οι ξένοι· διότι δεν ήξευρες, ότι το &μανθάνω& το λέγουν οι άνθρωποι και όταν κανείς αποκτά την γνώσιν ενός πράγματος την οποίαν προηγουμένως δεν είχεν, αλλά την ιδίαν λέξιν μεταχειρίζονται επίσης και όταν, αφού αποκτήση την γνώσιν ενός πράγματος, σκέπτεται διά μέσου της γνώσεως ταύτης, περί αυτού του ιδίου πράγματος, είτε τούτο είναι πράξις είτε ιδέα· συνηθέστερον μεταχειρίζονται εις την περίστασιν αυτήν μάλλον το ρήμα: &καταλαμβάνω& παρά το: &μανθάνω&, μεταχειρίζονται όμως ενίοτε
ου πας να καθίσης και πεθαίνουν ύστερα στα γέλοια άμα σε ιδούν ξαπλ
και το &μανθάνω&. Εσύ όμως δεν είχες προσέξη, όπως σου το απέδειξαν αυτοί, ότι η ιδία λέξις εφαρμόζεται εις δύο όλως διόλου διαφορετικάς περιστάσεις, και δι' εκείνον που γνωρίζει και δι' εκείνον που δεν γνωρίζει. Το ίδιον δε συνέβη και με την δευτέραν ερώτησιν που σου έκαμαν, εάν μανθάνη κανείς εκείνα που γνωρίζει ή εκείνα που δεν γνωρίζει. Όλα λοιπόν αυτά είναι παιγνίδια ως προς τα καθ' αυτό μαθήματα· και δι' αυτό ισχυρίσθην εγώ ότι έπαιζαν μαζί σου· και τα ονομάζω παιγνίδια, διότι και αν κανείς ήθελε μάθη πολλά τέτοια και αν ακόμη και όλα τα εμάθαινε, δεν θα εγνώριζε καλύτερον την αληθή φύσιν και ουσίαν των πραγμάτων· το πολύ θα ημπορούσε να διασκεδάζη με τους ανθρώπους και να τους εξαφνίζη με αυτήν την διπλήν σημασίαν των λέξεων, όπως ένας που σου βάζει πόδι και σε ρίχτει ανάσκελα, ή όπως εκείνοι που σου τραβούν από πίσω το σκαμνί την ώραν πωμένο φαρδύ πλατύ καταγής· ώστε όλα αυτά που έκαμαν ως τώρα με σένα να τα πάρης έτσι για παιγνίδι· τώρα βέβαια θα έλθη και η σειρά των σπουδαίων και σοβαρών, και θα αναλάβω εγώ την υποχρέωσιν να τους παρακαλέσω να κρατήσουν την υπόσχεσίν που μας έδωσαν· διότι υπεσχέθησαν να μας διδάξουν την τέχνην, με την οποίαν να προτρέπωνται οι άνθρωποι εις την καλλιέργειαν της αρετής· αλλά ενόμισαν, μου φαίνεται, πως έπρεπε ν' αρχίσουν μ' αυτάς τας αστειότητας μαζί σου. Ας είναι λοιπόν, φίλε μου Ευθύδημε και Διονυσόδωρε· επαίξατε όσο επαίξατε και ίσως να φθάνη πλέον. Ελάτε τώρα εις το προκείμενον και διδάξετε τον νέον, πως πρέπει να καλλιεργήση την αρετήν και την σοφίαν. Προηγουμένως θα σας εκθέσω εγώ τας βλέψεις μου επ' αυτού του αντικειμένου και κατά ποίον τρόπον επιθυμώ να το ακούσω πραγματευόμενον το ζήτημα· αλλά σας παρακαλώ μη με περιγελάσετε, εάν εύρητε πως τα λέγω απλοϊκά και
αι αυτό, και δεν χρειάζεται καμμιά πολύ μεγάλη σοφία διά να το ε
γελοία· η επιθυμία ν' ακούσω και να επωφεληθώ της σοφίας σας μου δίδει το θάρρος να αυτοσχεδιάσω εμπρός σας. Ανεχθήτε λοιπόν να με ακούσετε, σεις και οι μαθηταί σας, χωρίς να γελάσετε, συ δε, υιέ του Αξιόχου, απάντησε μου: — Αρά γε όλοι οι άνθρωποι επιθυμούμεν να είμεθα ευτυχείς; αλλά τι λέγω; μήπως αμέσως — αμέσως άρχισα με καμμίαν από εκείνας τας ανοησίας που εφοβούμην; διότι πράγματι είναι ανόητον και να κάνη κανείς τέτοιαν ερώτησιν και οποίος άνθρωπος είναι εκείνος που δεν θέλει να είναι ευτυχής; — Κανείς βέβαια, είπεν ο Κλεινίας. — Έστω λοιπόν· αφού καθένας επιθυμεί να είναι ευτυχής, πώς θα ημπορούσε να γίνη; τάχα αν ήθελεν αποκτήση πολλά αγαθά; ή μήπως αυτή η ερώτησις να είναι ακόμη πιο ανόητη και από την πρώτην; διότι είναι φανερόν πως έτσι είναι το πράγμα. Έμεινε σύμφωνος. — Ας εξετάσωμεν όμως, ποία μεταξύ όλων των πραγμάτων ονομάζομεν αγαθά; ή είναι εύκολον κύρη κανείς; διότι ο καθένας θα μας έλεγε, παραδείγματος χάριν, ότι ένα καλόν πράγμα είναι, να είσαι πλούσιος· δεν είναι έτσι; — Βεβαιότατα, μου απεκρίθη. — Επίσης η υγιεία, η ευμορφιά και αι άλλαι όμοιαι τελειότητες του σώματος, δεν είναι και αυταί αγαθά; — Έμεινε σύμφωνος. — Αλλά ακόμη και η ευγένεια και η δύναμις, αι τιμαί και τα αξιώματα εις την πατρίδα σου είναι φανερόν πως είναι αγαθά. Το παρεδέχθη και αυτό. — Ποία είναι τώρα τα αγαθά που μας υπολείπονται ακόμη; τι να είναι τάχα η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη και η ανδρεία; παραδέχεσαι εσύ, Κλεινία, ότι θα ήτο ορθόν να κατατάξωμεν και αυτά μεταξύ των αγαθών, ή όχι; διότι ημπορούσε κανείς να το αμφισβητήση· εσύ όμως τι φρονείς; — Και αυτά είναι αγαθά, μου απεκρίθη. — Έστω λοιπόν, αλλά την σοφίαν σε ποια σειρά τάχα να την βάλωμεν; εις τα αγαθά; ή ποια είναι η ιδέα σου; — Εις τα αγαθά. — Κύτταξε μήπως παρελείψαμεν κανένα άλλο, που να
λο η ευτυχία· κ' ένα παιδί μπορεί να το καταλάβη αυτό.
αξίζη τον κόπον. — Μα μου φαίνεται πως δεν παρελείψαμεν. Αλλά εγώ, αφού εσυλλογίσθηκα ολίγον, — Μα τον θεόν, είπα, ολίγο έλειψε ναφήσωμεν έξω το σπουδαιότερον! — Και ποιό είναι αυτό; μ' ερώτησεν ο Κλεινίας. — Την ευτυχίαν, Κλεινία, αυτό το δώρον να επιτυγχάνη κανείς εις όλα τα πράγματα, που όλοι οι άνθρωποι, και οι χειρότεροι ακόμη, θεωρούν το πρώτον απ' όλα τα αγαθά. — Αλήθεια λέγεις, είπεν ο Κλεινίας. Και εγώ, σαν να ήλθα πάλιν εις τον εαυτόν μου, — Ολίγο έλειψε, του είπα, Κλεινία, να γίνωμεν και οι δύο καταγέλαστοι εμπρός εις αυτούς τους ξένους. — Πώς αυτό; με ηρώτησε. — Διότι ενώ ήδη έχομεν αναφέρη ανωτέρω μεταξύ των αγαθών την ευτυχίαν, εκάμαμεν τώρα πάλιν λόγον περί αυτής. — Και τι έχει να κάμη αυτό; — Είναι γελοίον να επανέρχεται κανείς εις εκείνο, που έχει ήδη είπη, και να επαναλαμβάνη δύο φορές τα ίδια πράγματα. — Τι θέλεις να είπης; — Η σοφία, του απήντησα, είναι δίχως ά λΕκείνος παρεξενεύθη· τόσον είναι ακόμη νέος και απλούς· και εγώ το παρετήρησα και του είπα: — Και πως; δεν γνωρίζεις τάχα, Κλεινία, ότι την μεγαλυτέραν από κάθε άλλον επιτυχίαν εις την αύλησιν την έχουν οι εξ επαγγέλματος αυληταί; — Το γνωρίζω. — Το ίδιον δε και οι γραματισταί εις την γραφήν και την ανάγνωσιν των γραμμάτων; — Βεβαιότατα. — Τι δε; ως προς τους κινδύνους της θαλάσσης μήπως νομίζεις πως υπάρχουν άλλοι τινές που να τους διαφεύγουν επιτυχέστερον από τους σοφούς κυβερνήτας; — Όχι βέβαια. — Και αν επήγαινες εις τον πόλεμον, δεν θα επροτιμούσες να συμμερισθής τους κινδύνους και τας τύχας της εκστρατείας με ένα σοφόν μάλλον στρατηγόν παρά με ένα αμαθή; — Και βέβαια με σοφόν. — Το ίδιον και αν συνέβαινε να ασθενήσης, δεν θα εμπιστεύεσο τον εαυτόν σου μάλλον εις ένα σοφόν ιατρόν παρά εις ένα αμαθή; — Αναμφιβόλως. — Διότι βέβαια παραδέχεσαι ότι θα είχες μεγαλυτέρας
— Θα ωφελούσαν όμως αρά γε εις τίποτε, αν απλώς τα είχαμεν, χωρίς
πιθανότητας επιτυχίας, όταν έχης να κάμης με ένα σοφόν παρά με ένα αμαθή· ή όχι; — Μάλιστα. — Ώστε η σοφία είναι εκείνη που εξασφαλίζει πάντοτε την επιτυχίαν εις τον άνθρωπον διότι με την σοφίαν ποτέ δεν είναι δυνατόν να πέση κανείς έξω και μαζί της κατ' ανάγκην κάθε επιχείρησις θα στέφεται υπό επιτυχίας· διότι διαφορετικά δεν θα ήτο πλέον σοφία. Τέλος πάντων εμείναμεν, δεν ηξεύρω πώς, σύμφωνοι ότι γενικώς το πράγμα είναι έτσι όπως το είπαμεν και ότι πανταχού και πάντοτε η επιτυχία συμβαδίζει μετά της σοφίας. Και αφού εσυμφωνήσαμεν εις αυτό, τον ηρώτησα εκ νέου ποίαν ιδέαν θα είχε τώρα δι' εκείνα που παραδέχθημεν κατ' αρχάς. Διότι παρεδέχθημεν, του είπα, ότι θα είμεθα ευτυχείς και ευχαριστημένοι, αν είχαμεν πολλά αγαθά, — Μάλιστα. — Λοιπόν, σε ερωτώ, θα ήμεθα ευτυχείς με τα αγαθά που κατέχομεν, αν μας ωφελούσαν, ή αν δεν μας ωφελούσαν εις τίποτε; — Αν μας ωφελούσαν βέβαια . να κάμωμεν καμμίαν χρήσιν αυτών; αν, παραδείγματος χάριν, είχαμεν αφθόνους τροφάς και δεν τας ετρώγαμεν, ή ποτά και δεν τα επίναμεν, θα ημπορούσαμεν να ειπούμεν ότι μας ωφελούν τίποτε; — Όχι βέβαια. — Έτσι και όλοι οι τεχνίται, αν είχαν όλα, που του χρειάζονται του καθενός διά το επάγγελμά του, και δεν έκαμναν καμμίαν χρήσιν αυτών, θα ήσαν αρά γε ευτυχείς απλώς και μόνον δι' αυτό, διότι έχουν δηλαδή όλα όσα πρέπει να έχη ο τεχνίτης; αν, παραδείγματος χάριν, ένα ξυλουργός είχεν όλα τα εργαλεία που του χρειάζονται και όλην επίσης την ξυλικήν, δεν τα ειργάζετο όμως, θα έβλεπε τάχα καμμίαν ωφέλειαν από αυτό; — Καμμίαν απολύτως. — Και λοιπόν, αν ένας άνθρωπος είχε άπειρα πλούτη και όλα εκείνα τα άλλα αγαθά που ανεφέραμεν, χωρίς όμως να τα χρησιμοποιή καθόλου, η κτήσις αρά γε αυτών των αγαθών μόνη θα έφθανε διά να τον κάμη ευτυχή; — Όχι βέβαια, Σώκρατες. — Πρέπει λοιπόν, καθώς φαίνεται, διά να είναι ευτυχής ένας άνθρωπος, όχι μόνον να είναι
ου ανεφέραμεν εις την αρχήν, του πλούτου και της υγιείας και
κάτοχος όλων αυτών των αγαθών, αλλά και να τα μεταχειρίζεται προσέτι· διότι άλλως εις τίποτε δεν του χρησιμεύει η απόκτησίς των. — Αυτό είναι η αλήθεια. — Παραδέχεσαι λοιπόν τώρα, Κλεινία, ότι η κτήσις και η χρήσις των αγαθών αρκούν διά να κάμουν ένα άνθρωπον ευτηχή; — Έτσι μου φαίνεται. — Αλλά οφείλει αρά γε να κάμνη ορθήν χρήσιν, ή είναι αδιάφορον το πράγμα; — Ορθήν βέβαια. — Πολύ σωστά απήντησες· επειδή πολύ χειρότερον είναι, νομίζω, να κάμνη κανείς κακήν χρήσιν ενός πράγματος, παρά να μην κάμνη καθόλου· διότι το πρώτον είναι κακόν, ενώ το άλλο τουλάχιστον δεν είναι ούτε καλόν ούτε κακόν· ή δεν είναι έτσι; — Έτσι μάλιστα. — Αλλά, δεν μου λέγεις, υπάρχει άλλο πράγμα που να διδάσκη την κατεργασίαν και την χρήσιν των ξύλων παρά η ξυλουργική επιστήμη; — Όχι βέβαια. — Και εις την κατασκευήν επίσης των εργαλείων η σχετική επιστήμη είναι βέβαια εκείνη που διδάσκει το ορθόν. — Μάλιστα. — Το ίδιον λοιπόν και διά την χρήσιν των αγαθών εκείνων π του κάλλους, δεν είναι η επιστήμη η οποία καθοδηγεί και διδάσκει πώς να τα μεταχειριζώμεθα ορθώς, ή τίποτε άλλο τάχα; — Η επιστήμη. — Όχι λοιπόν μόνον την επιτυχίαν, αλλά και την καλήν χρήσιν, καθώς φαίνεται, παρέχει η επιστήμη εις τους ανθρώπους εις όλα όσα έχουν ή κάμνουν. — Συμφωνώ. — Και μα την αλήθεια τι το όφελος από όλα τα άλλα πράγματα, που ημπορεί να έχη ο άνθρωπος, δίχως την φρόνησιν και την σοφίαν; τι θα τον ωφελήσουν όσα και αν έχη και όσα και αν κάνη, όταν δεν έχη νουν; δεν είναι προτιμότερον να έχη ολιγώτερα από τα άλλα και να έχη νουν; και σε παρακαλώ εξέτασε το πράγμα κατ' αυτόν τον τρόπον· όσον ολιγώτερα κάμνη κανείς, δεν θα περιπίπτη και εις ολιγώτερα σφάλματα; και εις όσον ολιγώτερα σφάλματα περιπίπτη, δεν θα ευρίσκεται και εις ολιγώτερον κακήν κατάστασιν; και εις όσον ολιγώτερον κακήν κατάστασιν ευρίσκεται, δεν θα είναι και ολιγώτερον δυστυχής; — Και βέβαια. — Και πότε θα κάμνη κανείς ολιγώτερα, όταν είναι πτωχός ή πλούσιος; — Όταν είναι πτωχός.
δίκαιον, όπως τα λέγεις. — Ποίον είναι λοιπόν το συμπέρασμά μας α
— Και όταν είναι ασθενής ή ισχυρός; — Ασθενής· — Όταν έχη αξιώματα και τιμάς, ή όταν δεν έχη; — Όταν δεν έχη. — Επίσης όταν είναι ανδρείος και ανεπτυγμένος θα πράττη ολιγώτερα, ή δειλός; — Δειλός. — Λοιπόν και οκνηρός μάλλον ή δραστήριος; — Μάλιστα. — Και αργός μάλλον ή γρήγορος; και ένας που έχει αμβλείαν μάλλον την ακοήν και την όρασιν ή οξείαν; Και αφού εμείναμεν σύμφωνοι εις όλα αυτά, — Διά να ανακεφαλαιώσωμεν λοιπόν, είπα, Ω Κλεινία, φαίνεται πως όλα εκείνα, που ωνομάσαμεν εις την αρχήν αγαθά, δεν θα ειπή ότι ημπορούν να θεωρηθούν αυτά καθ' εαυτά και εκ φύσεως αγαθά, αλλά το πράγμα, κατά τα φαινόμενα, έχει ως εξής· εάν μεν ευρίσκωνται εις την εξουσίαν της αμαθείας, είναι χειρότερα από τα αντίθετα κακά, διότι παρέχουν περισσότερα μέσα ενεργείας εις τον ανόητον, κάτοχον αυτών· εάν όμως εξυπηρετούν την φρόνησιν και την σοφίαν, τότε είναι τα μεγαλύτερα αγαθά· καθ' εαυτά όμως δεν έχουν καμμίαν απολύτως αξίαν ούτε τα μεν ούτε τα δε. — Μου φαίνεται ότι έχεις απόλυτον π' όλα όσα είπαμεν; ότι γενικώς τίποτε από τα άλλα δεν είναι ούτε καλόν ούτε κακόν, εκτός αν εξαιρέσης δύο μόνον πράγματα, την σοφίαν, η οποία είναι καλόν και την αμάθειαν, η οποία είναι κακόν. — Είμαι σύμφωνος. — Τώρα λοιπόν ας προχωρήσωμεν και παρακάτω· επειδή όλοι οι άνθρωποι έχουν την επιθυμίαν και θέλουν να γίνουν ευτυχείς, είδομεν δε ότι διά να γίνωμεν τοιούτοι πρέπει να μεταχειριζώμεθα τα πράγματα, και μάλιστα να τα μεταχειριζόμεθα ορθώς, και ότι την ορθήν αυτών χρήσιν και την επιτυχίαν επομένως μας την παρέχει η επιστήμη, πρέπει λοιπόν κάθε άνθρωπος εκ παντός τρόπου και με όλας του τας δυνάμεις να επιδιώκη πώς να γίνη όσον το δυνατόν σοφώτερος; ή όχι; — Μάλιστα. — Με την πεποίθησιν επομένως αυτήν, ότι πολύ περισσότερον αξίζει να παραλάβη κανείς σοφίαν από τον πατέρα του παρά οσαδήποτε χρήματα, καθώς επίσης από τους επιτρόπους του, από τους φίλους του, και τους άλλους και εκείνους που του κάμνουν τον εραστήν, από τους ξένους, από τους συμπολίτας του, μεταχειριζόμένος μάλιστα και
ι το μόνον πράγμα που παρέχει εις τον άνθρωπον την ευδοκίμησιν
δεήσεις και ικεσίας διά να του μεταδώσουν την σοφίαν, δεν είναι καθόλου αισχρόν ούτε καμμία εντροπή, Κλεινία, χάριν ενός τοιούτου σκοπού να κάμνη και τον υπηρέτην ακόμη και τον δούλον, επί καλού εννοείται πάντοτε, και εις τον εραστήν του και εις κάθε άλλον άνθρωπον, αρκεί να το κάμνη από την ζωηράν επιθυμίαν να γίνη σοφός· ή δεν είσαι και συ αυτής της ιδέας; — Απεναντίας· όλα αυτά που λέγεις μου φαίνονται σωστότατα. — Εάν, εννοείται, εν πάση περιπτώσει είναι η σοφία πράγμα που να ημπορή να διδαχθή και δεν κατεβαίνει έτσι μόνη της εις τα κεφάλια των ανθρώπων από τον ουρανόν· διότι υπολείπεται να εξετάσωμεν και αυτό το ζήτημα, εις το οποίον δεν έχομεν ακόμη συμφωνήση εγώ και συ. — Αλλά εγώ, Σωκράτη, παραδέχομαι ότι ημπορεί να διδαχθή. Γεμάτος χαράν από αυτήν την απάντησιν, — Θαυμάσια! ανέκραξα, ω άριστε των ανθρώπων, και έκαμες πολύ καλά που με απήλλαξες από αυτήν την μακράν εξέτασιν, αν ημπορή να διδαχθή η σοφία ή όχι· τώρα λοιπόν, αφού πιστεύεις ότι είναι δυνατόν να διδαχθή και ότι είν ακαι την ευδαιμονίαν, ημπορείς να μη παραδεχθής ότι είναι ανάγκη με κάθε τρόπον να την επιδιώκωμεν, και συ ο ίδιος δεν έχεις εις τον νουν σου να το κάμης; — Δίχως άλλο, Σωκράτη, και με όλα μου τα δυνατά μάλιστα. Κατενθουσιασμένος από αυτήν του την διαβεβαίωσιν, — Ιδού λοιπόν, είπα, Ευθύδημε και Διονυσόδωρε, το ιδικόν μου παράδειγμα, πώς επάνω κάτω θα επιθυμούσα να είναι οι προτρεπτικοί διά την αρετήν λόγοι, αλλά ίσως κάπως ακατέργαστον και παρατραβηγμένον· τώρα όποιος από τους δύο σας θέλει ας κάμη το ίδιον, αλλά με όλους τους κανόνας της τέχνης· ή, αν δεν θέλετε αυτό, από εκεί που το άφησα εγώ, αναλάβετε να διδάξετε τον νέον, αν πρέπη να μάθη όλας τας επιστήμας, ή υπάρχει μία, που ημπορεί να τον κάμη άνθρωπον ενάρετον και ευτυχή, και ποια είναι αυτή· διότι, καθώς σας έλεγα και απ' αρχής, συμβαίνει να έχωμεν όλοι μας την ζωηροτέραν επιθυμίαν να γίνη αυτός ο νέος καλός και σοφός άνθρωπος. Αφού λοιπόν είπα αυτά, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν διά να ιδώ κατά ποίον τρόπον θα επελαμβάνοντο της συζητήσεως και πως θα
ον τρόπον ότι σπουδαιολογούμεν με όλα μας τα σωστά. — Πρόσεχε λοι
ήρχιζαν διά να παροτρύνουν τον Κλεινίαν εις την άσκησιν της σοφίας και της αρετής. Τον λόγον έλαβε πρώτος ο Διονυσόδωρος, ο μεγαλύτερος από τους δύο αδελφούς, και όλοι προσηλώσαμεν επάνω του τα βλέμματά μας με την ιδέαν ότι θα ηκούαμεν αμέσως λόγους θαυμαστούς από το στόμα του· και δεν εβγήκαμεν πραγματικώς γελασμένοι· διότι, είναι η αλήθεια, μας είπε, Κρίτων, πράγματα θαυμάσια, που αξίζει να τα ακούσης και συ· τόσον ήσαν κατάλληλα να παρακινήσουν τον άνθρωπον εις την καλλιέργειαν της αρετής. — Ειπέ μου, Σωκράτη, και όλοι εσείς, που καθώς λέγετε επιθυμείτε να γίνη σοφός αυτός ο νέος, αστειεύεσθε με αυτά που λέγετε, ή πραγματικώς το επιθυμείτε με όλα σας τα σοβαρά; Και εμένα μου επέρασε τότε από την ιδέαν, πως ημπορεί πράγματι να επίστευσαν, ότι είχαμεν διάθεσιν να αστειευθούμεν, όταν τους παρακαλέσαμεν προηγουμένως να συζητήσουν με τον νεαρόν φίλον μας, και δι' αυτό ήρχισαν και εκείνοι να παίζουν μαζί του και να μη σπουδαιολογούν. Αυτό μου επέρασε από τον νουν και δι' αυτό έσπευσα να τον διαβεβαιώσω με τον θετικώτε ρπόν, Σωκράτη, εξηκολούθησεν ο Διονυσόδωρος, μήπως απαρνηθής σε λίγο, αυτό που διαβεβαιώνεις τώρα. — Ηξεύρω καλά εκείνο που λέγω, και δεν είναι φόβος να το αρνηθώ. — Καλά λοιπόν λέγετε πως επιθυμείτε να γίνη σοφός ο φίλος σας. — Αυτό ακριβώς. — Και τώρα, σας παρακαλώ, είναι σοφός ο Κλεινίας ή όχι; — Ο ίδιος λέγει πως δεν είναι ακόμη, διότι δεν είναι καθόλου φαντασμένο το παιδί. — Εσείς λοιπόν θέλετε να γίνη σοφός, και να μην είναι αμαθής. — Μάλιστα, αυτό θέλομεν. — Ώστε θέλετε λοιπόν να γίνη εκείνο που δεν είναι, και να μην είναι πλέον εκείνο που είναι τώρα. Εγώ επάνω εις αυτό εταράχθηκα ολίγον και ο Διονυσόδωρος επωφελούμενος της ταραχής μου έσπευσεν αμέσως να είπη: Αφού λοιπόν επιθυμείτε να μην είναι πλέον ο Κλεινίας εκείνο που είναι τώρα, πάει να πη, καθώς φαίνεται, πως επιθυμείτε να μην είναι ζωντανός; Να, μα την αλήθεια, φίλοι μια φορά και ερασταί, που πρώτ' απ' όλα επιθυμούν τον θάνατον του αγαπημένου των! Μόλις ήκουσε αυτό ο Κτήσιππος άναψαν αμέσως τα αίματά του και γεμάτος αγανάκτησιν του λέγει: Ξένε μου Θούριε, αν δεν ήτανε κάπως
εν, ένα πράγμα που δεν είναι, εννοούμεν τίποτε άλλο παρά
χονδρόν εκ μέρους μου, θα σου έλεγα &στο κεφάλι σου&, που φαντάσθηκες να μας αποδώσης τέτοιο ψέμμα σε μένα και σ' αυτούς τους άλλους, που είναι και να το λέγη κανείς αμαρτία, πως εγώ επιθυμώ τον θάνατον αυτού! — Κτήσιππε, του είπεν ο Ευθύδημος, παραδέχεσαι, πως ημπορεί κανείς να ψευσθή; — Το παραδέχομαι βέβαια, εκτός αν είμαι παράφρων. — Αλλ' όταν κανείς ψεύδεται, λέγει το πράγμα περί του οποίου πρόκειται ο λόγος, ή δεν το λέγει; — Το λέγει. — Λοιπόν, αφού το λέγει, θα πη ότι δεν λέγει τίποτε άλλο, παρά εκείνο που λέγει. — Αυτό ν' ακούεται. — Αλλά βέβαια θα παραδεχθής, ότι εκείνο που λέγει είναι ένα κάποιο πράγμα χωριστόν από όλα τα άλλα. — Δεν έχω αντίρρησιν. — Ώστε εκείνος που το λέγει αυτό, λέγει ένα πράγμα που υπάρχει. — Ναι. — Αλλά εκείνος που λέγει ένα πράγμα που υπάρχει λέγει το πραγματικόν, το αληθινόν· ώστε ο Διονυσόδωρος, αφού λέγει εκείνο που υπάρχει, λέγει εκείνο που είναι, και επομένως δεν είπε κανένα ψέμμα για σένα. — Ναι, μα εκείνος που το λέγει αυτό, Ευθύδημε, λέγει πράγμα που δεν είναι. Τότε ο Ευθύδημος, — Όταν λέγωμεν, εί ππως αυτό το πράγμα δεν υπάρχει; — Μάλιστα, πως δεν υπάρχει. — Και ένα πράγμα που δεν υπάρχει, καθόλου βέβαια και πουθενά δεν υπάρχει. — Σύμφωνος. — Και ημπορεί λοιπόν να ενεργήση κανείς τίποτε με τα πράγματα που δεν υπάρχουν, εις τρόπον ώστε να κάμη εις τον Κλεινίαν, όποιος και αν είναι, κάτι που καθόλου δεν υπάρχει; — Δεν μου φαίνεται εμένα τουλάχιστον, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Αλλά οι ρήτορες, όταν ομιλούν ενώπιον του λαού, τίποτε δεν ενεργούν; — Ενεργούν βέβαια. — Αφού λοιπόν ενεργούν, θα πη πως κάμνουν κάτι. — Μάλιστα. — Ώστε ομιλώ σημαίνει ενεργώ και κάμνω. — Έστω. — Κανείς λοιπόν δεν λέγει πράγματα που δεν υπάρχουν, διότι και απλώς με το να λέγη, κάμνει ήδη κάτι τι, συ δε ωμολόγησες ότι είναι αδύνατον να κάμη κανένα πράγμα που δεν υπάρχει· ώστε, συμφώνως με την ομολογίαν σου, κανείς δεν ημπορεί να ειπή ψέμματα, αλλά, εάν ωμίλησεν ο Διονυσόδωρος, είπε πράγματα αληθινά και που υπάρχουν. — Ναι, μα τον Δία, Ευθύδημε, απήντησεν ο Κτήσιππος· ίσως να λέγη ο Διονυσόδωρος πράγματα που είναι, δεν τα λέγει όμως και όπως είναι. — Πώς λέγεις, Κτήσιππε; ηρώτησεν ο Διονυσόδωρος· υπάρχουν άνθρωποι
λύ, Διονυσόδωρε, αλλά σε συμβουλεύω ως φίλον και θέλω να εννοήσης ό
που λέγουν τα πράγματα όπως είναι; — Υπάρχουν βέβαια, απήντησεν, οι άνθρωποι οι καλοί και που λέγουν την αλήθειαν. — Αλλά, επανέλαβεν εκείνος, τα κακά πράγματα δεν είναι κάτι τι κακόν, και τα καλά πράγματα δεν είναι κάτι τι καλόν; — Μάλιστα. — Και υποστηρίζεις ότι οι καλοί άνθρωποι λέγουν τα πράγματα όπως είναι; — Ναι, το υποστηρίζω, — Κακώς λοιπόν λέγουν, Κτήσιππε, οι καλοί άνθρωποι τα κακά, αφού τα λέγουν όπως είναι. — Ναι, μα τον Δία, είπεν εκείνος, και προ πάντων μάλιστα ομιλούν κακώς διά τους κακούς ανθρώπους· και δι' αυτό, αν θέλης να με ακούσης, θα φυλαχθής και συ να μην είσαι από αυτούς, διά να μην ομιλούν και δι' εσένα κακόν οι καλοί άνθρωποι· διότι, πρέπει να ηξεύρης, οι καλοί ομιλούν πάντα κακόν διά τους κακούς. — Λοιπόν και διά τους μεγάλους, έλαβε τον λόγον ο Ευθύδημος, ομιλούν μεγάλα και διά τους ζεστούς ζεστά; — Βεβαιότατα, απήντησεν ο Κτήσιππος, και διά τους κρύους κρύα, και λέγουν πως οι λόγοι των και οι ομιλίες των είναι κρύες. — Α, α, εσύ, βλέπω, Κτήσιππε, είπεν ο Διονυσόδωρος, ήρχισες τα πειράγματα και τας ύβρεις. — Κάθε άλλο, μα την αλήθεια! εγώ απεναντίας σε εκτιμώ π οτι δεν πρέπει να λέγης εμπρός μου και με τόση αδιαντροπιά, πως εγώ επιθυμώ τον θάνατον ανθρώπων, που τους έχω καλύτερα και απ' τα μάτια μου. Εγώ καθώς τους είδα να τα χοντραίνουν έτσι μεταξύ των, ηθέλησα να γυρίσω το πράγμα εις το αστείον και είπα εις τον Κτήσιππον: — Μου φαίνεται, Κτήσιππε, ότι εμείς οφείλομεν να δεχώμεθα από τους ξένους μας ό,τι έχουν την ευχαρίστησιν να μας δίδουν και να μην καθήμεθα να συζητούμεν διά τας λέξεις· διότι, αν γνωρίζουν κατ' αυτόν τον τρόπον να θανατώνουν τους ανθρώπους, ώστε από κακούς και αμαθείς να τους ξανακάνουν καλούς και σοφούς, και ευρήκαν είτε αυτοί μόνοι των είτε από κανένα άλλον έμαθαν αυτό το θαυματουργόν είδος της καταστροφής και του ολέθρου, ώστε να χαλούν ένα παλιάνθρωπον και εις την θέσιν του να παρουσιάζουν έναν άνθρωπον της προκοπής — εάν, λέγω, γνωρίζουν αυτήν την τέχνην, και θα την γνωρίζουν βέβαια, αφού μας το διεβεβαίωσαν προ ολίγου, ότι αυτή είναι η νέα τέχνη των που την ανακάλυψαν τώρα κοντά, να κάνουν τους ανθρώπους από κακούς καλούς, ας τους παραχωρήσωμεν αυτό που μας ζητούν: ας θυσιάσουν τον νεαρόν φίλον μας, φθάνει να μας τον ξανακάμουν άνθρωπον με γνώσιν και νουν, και ακόμη και όλους μας
; — Το παραδέχομαι βεβαία, και με όλα τα σωστά μου μάλιστα· ή
εμάς τους άλλους· και αν σεις οι νέοι φοβάσθε, δέχομαι εγώ, σαν άνθρωπος χωρίς αξίαν, να γίνη το πείραμα επάνω μου· διότι καθώς είμαι και γέρος, υποβάλλομαι προθύμως εις αυτόν τον κίνδυνον και παραδίδω τον εαυτόν μου εις τον φίλον μας τον Διονυσόδωρον, ως να ήτο η Μήδεια από την Κολχίδα. Ας με σφάξη και, αν το θέλη, ας με βράση, ή ας με κάμη ό,τι άλλο επιθυμεί· αρκεί να με ξανακάμη άνθρωπον καλόν και προκομμένο. Τότε ο Κτήσιππος, — Και εγώ, είπεν, είμαι πρόθυμος, Σωκράτη, να παραδώσω τον εαυτόν μου εις τους ξένους να με κάμουν ό,τι θέλουν, και να με γδάρουν ακόμη, και περισσότερον μάλιστα απ' ό,τι γδέρνουν συνήθως, φθάνει μόνον εις το τέλος το δέρμα μου να καταντήση όχι εις ασκόν, όπως του Μαρσύου, αλλά εις αρετήν· και όμως ο Διονυσόδωρος απ' εδώ, του πέρασε από την ιδέαν πως εθύμωσα και αγρίεψα μαζί του· δεν έχει όμως δίκαιον· εγώ δεν υβρίζω, αλλ' απλώς αντιλέγω και αποκρούω εκείνα που αδίκως μου απέδωσεν εις τους λόγους του. Την αντιλογίαν λοιπόν, κύριε μου Διονυσόδωρε, μην την ονομάζης ύβριν· η ύβρις είναι όλως διόλου διαφορετικόν πράγμα. Επάνω εις αυτό του λέγει ο Διονυσόδωρος: — Και παραδέχεσαι τάχα εσύ, μ' αυτά που λέγεις, πως υπάρχει αντιλογί αμήπως τάχα εσύ αρνείσαι την ύπαρξίν της, Διονυσόδωρε; — Αι λοιπόν, εγώ σου λέγω. πως ποτέ δεν θα ημπορέσης να μου αποδείξης, ότι ήκουσες δύο ανθρώπους να αντιλέγουν ο ένας του άλλου. — Αλήθεια λες· αλλά ας το ακούσωμεν τώρα, αφού θα σου παρουσιάσω την ευγενεία μου τον Κτήσιππον, να αντιλέγη προς εσένα τον Διονυσόδωρον. Θα ανελάμβανες πράγματι να μου δώσης την απόδειξιν αυτού που ισχυρίζεσαι; — Βεβαιότατα. — Λέγε μου λοιπόν δεν ημπορούμεν να κάμωμεν λόγον περί όλων των πραγμάτων: — Ημπορούμεν. Όπως υπάρχουν, ή όπως δεν υπάρχουν; — Όπως υπάρχουν. — Διότι βέβαια, αν ενθυμείσαι, Κτήσιππε, απεδείξαμεν και προηγουμένως ότι κανείς δεν λέγει ένα πράγμα που δεν υπάρχει· δεν ευρέθηκε ποτέ κανείς να κάμνη λόγον διά το τίποτε. — Και τι έχει να κάμη; είπεν ο Κτήσιππος· μήπως δι' αυτό αντιλέγομεν ολιγώτερον εγώ και συ: — Αλλά θα αντιλέγαμεν αρά γε, αν εκάμναμεν και οι δύο μας λόγον περί του αυτού πράγματος; ή θα ελέγαμεν απεναντίας τα αυτά πράγματα; — Τα αυτά. — Αλλά μήπως θα αντιλέγαμεν, όταν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος λέγωμεν το πράγμα όπως είναι; ή μάλλον, εν τοιαύτη περιπτώσει, κανείς από τους δύο μας δεν θα έκαμνε λόγον περί αυτού του πράγματος; — Δεν θα έκαμνε. — Αλλ'
δοξασίας, μου απήντησεν. — Ώστε δεν υπάρχει καθόλου ούτε ψευδής δο
αρά γε, όταν εγώ μεν λέγω ένα πράγμα όπως είναι, συ δε ομιλείς περί άλλου πράγματος, μήπως αντιλέγομεν τάχα τότε; ή δεν είναι μάλλον αληθές, ότι εγώ μεν ομιλώ περί εκείνου του πράγματος, συ δε ούτε καν λόγον κάμεις περί αυτού; και εν τοιαύτη περιπτώσει πώς θα ήτο δυνατόν να αντιλέγωμεν; Και ο μεν Κτήσιππος έμεινεν αναπολόγητος και εσιώπησεν· εγώ δε, με απορίαν μου και θαυμασμόν δι όσα ήκουσα, — Πώς λέγεις, τον ηρώτησα, Διονυσόδωρε; έχω πράγματι ακούση από πολλούς και πολλάκις να κάμνουν χρήσιν αυτού του συλλογισμού και πάντοτε τον εθαύμασα· διότι και η σχολή του Πρωταγόρα και άλλοι ακόμη αρχαιότεροι φιλόσοφοι τον μετεχειρίζοντο συχνά· εμένα πάντα μου εκίνησε τον θαυμασμόν, και μου φαίνεται ότι και όλους τους άλλους ανατρέπει και αυτόν τον ίδιον· ελπίζω όμως να με διδάξης εσύ καλύτερα από κάθε άλλον, ποίον είναι το αληθές περί αυτού. «Δεν ημπορεί κανείς να ειπή ψεύματα», αυτό είναι το νόημα του συλλογισμού· δεν είναι έτσι; αλλ' ή κατ' ανάγκην εκείνος που ομιλεί θα λέγη αλήθειαν, ή δεν θα ομιλή; — Αυτό είναι, απήντησεν ο Διονυσόδωρος. — Θέλουν να ειπούν με αυτό, ότι είναι αδύνατον κανείς να είπη ψεύματα, ημπορεί όμως να έχη ψευδείς δοξασίας; — Όχι, ούτε ψευδεί ςξασία; — Όχι, — Ούτε αμάθεια επομένως, ούτε αμαθείς άνθρωποι· διότι τ' άλλο παρά τούτο, αν υπήρχε, θα ήτο η αμάθεια, να μην έχη κανείς ορθάς ιδέας περί των πραγμάτων; — Βεβαιότατα. — Αλλ' αυτό δεν γίνεται, είπα εγώ. — Όχι βέβαια. — Το λέγεις έτσι αυτό, Διονυσόδωρε, απλώς διά να γίνεται λόγος και να μας εκπλήξης με αυτήν την παραδοξολογίαν, ή πραγματικώς το πιστεύεις πως δεν υπάρχει κανείς αμαθής εις τον κόσμον; — Αλλ' απόδειξέ μας συ το εναντίον. — Αλλά είναι δυνατόν να γίνη αυτό, κατά τον λόγον σου, να αναιρέση κανείς έναν άλλον, αφού κανένας δεν λέγει ψεύματα; — Όχι, δεν είναι δυνατόν, είπεν ο Ευθύδημος — Αλλά μήπως σου εζήτησα εγώ, επανέλαβεν ο Διονυσόδωρος, να αναιρέσης τον ισχυρισμόν μου; διότι ένα πράγμα που δεν υπάρχει, πως είναι δυνατόν κανείς να το ζητήση; — Ω Ευθύδημε, είπα εγώ, δεν εννοώ ακόμη κατά βάθος όλα αυτά ωραία και σοφά πράγματα· κάτι όμως άρχισα αμυδρώς να καταλαμβάνω. Ίσως θα σου κάμω μίαν ερώτησιν κάπως ολίγον ανόητον, και σε παρακαλώ να μου συμπαθήσης· κοίταξε λοιπόν: αφού δεν είναι δυνατόν κανείς να απατάται, ούτε να έχη ψευδείς δοξασίας, ούτε να είναι αμαθής, ούτε επομένως και να διαπράξη κανένα σφάλμα δεν είναι δυνατόν, όταν κάμνη κάτι τι; αυτό δεν
μης τίποτε· διότι, έλα να σ' ερωτήσω. — Πριν να μου απαντήσης ε
ισχυρίζεσθε; — Αυτό ακριβώς, μου απήντησε. — Ιδού λοιπόν τώρα η ανόητος η ερώτησις, που ήθελα να σας κάμω: αφού δεν είναι δυνατόν να σφάλλωμεν, ούτε εις τας πράξεις μας, ούτε εις τους λόγους μας, ούτε εις τας σκέψεις μας. εσείς, νάχετε καλό! αφού είναι έτσι, τι ήλθετε τότε να διδάξετε εδώ; ή δεν μας εβεβαιώσετε προ ολίγου ότι είσθε εις θέσιν καλύτερα από τον καθένα να διδάξετε την αρετήν εις όλους εκείνους που ήθελαν να την μάθουν; — Και τόσον λοιπόν κρονόληρος κατήντησες, Σωκράτη, είπεν ο Διονυσόδωρος, ώστε να έρχεσαι να μας επαναλαμβάνης τώρα εκείνα που είπαμεν εις την αρχήν; και αν είπα τίποτα πέρυσι θα το ενθυμηθής τώρα, με αυτά όμως που σου λέγω αυτήν την στιγμήν δεν ηξεύρεις τι να κάμης; — Διότι, είπα εγώ, είναι πολύ δύσκολα· και φυσικά, αφού τα λέγουν άνθρωποι τόσον σοφοί· και αυτό που είπες τώρα τελευταία είναι όχι ολιγώτερον δύσκολον, και πράγματι δεν ηξεύρω τι να κάμω· διότι τι θέλεις να είπης με αυτό το: &δεν ηξεύρεις τι να κάμης&, που μου λέγεις, Διονυσόδωρε; ότι δηλαδή δεν ημπορώ να αναιρέσω τα επιχειρήματά σου; διότι, ειπέ μου, τι άλλο εννοεί αυτή η φράσις σου: &δεν ηξεύρεις τι να κάμης& με τον λόγον μου; — Ακριβώς αυτό που λέγεις, πως είναι πολύ δύσκολον να κ άσύ, Διονυσόδωρε; — Πώς, δεν θέλεις να αποκριθής λοιπόν; — Μα είναι δίκαιον αυτό; — Και βέβαια είναι. — Και για ποιο λόγο; ή επειδή ίσως μας ήλθες εδώ πράγματι σοφώτατος εις την τέχνην των λόγων και γνωρίζεις πότε πρέπει να αποκρίνεται κανείς και πότε δεν πρέπει; έτσι και τώρα δεν θα απαντήσης ουδέ λέξιν, επειδή γνωρίζεις ίσως ότι δεν πρέπει; — Εξακολουθείς να φλυαρής, βλέπω, και ξεχνάς να αποκριθής· μα έλα, καλέ μου, κάμε αυτό που σου λέγω, και απάντησέ μου, αφού το ομολογείς πως είμαι σοφός. — Ας υπακούσω λοιπόν, αφού είναι ανάγκη, καθώς φαίνεται· εσύ είσαι ο κύριος, λοιπόν εις τας διαταγάς σου, ερώτα με. — Λέγε μου, εκείνα που εννοούν είναι όσα έχουν ψυχήν, ή εννοούν και τα άψυχα; — Όχι, εκείνα που έχουν ψυχήν μόνον. — Και μήπως ηξεύρεις κανένα λόγον, καμμίαν φράσιν, που να έχη ψυχήν; — Όχι, μα την αλήθειαν. — Πώς λοιπόν με ηρώτησες προ ολίγου: τι εννοεί η φράσις σου; — Τι άλλο, παρά θα έκαμα αυτό το λάθος, καθώς φαίνεται, από βλακείαν μου· ή μήπως δεν έκαμα λάθος, αλλά είναι και αυτό σωστόν, που είπα πως εννούν και οι λόγοι; τι λέγεις και συ, έκαμα λάθος ή όχι; διότι αν δεν έκαμα, ουδέ συ θα με εξελέγξης, με όλην σου την σοφίαν, ούτε θα ημπορέσης να κάμης τίποτε με αυτό που
ητείας. Ας μιμηθώμεν λοιπόν και ημείς τον Μενέλαον, και ας μη
είπα· αν δε έκαμα λάθος, ουδέ τότε πάλιν θα έχης δίκαιον, αφού υπεστήριξες ότι δεν είναι δυνατόν κανείς να απατηθή· και δεν θα ειπής βέβαια τώρα, ότι με αυτά που λέγω, αναφέρομαι εις πράγματα που έλεγες πέρυσι· αλλά μου φαίνεται, Διονυσόδωρε και Ευθύδημε, ότι αυτός ο λόγος μένει πάντοτε εις την θέσιν του, και ότι, όπως και άλλοτε, έτσι και τώρα, ενώ ρίπτει καταγής τους άλλους, πίπτει όμως και ο ίδιος· και αυτή δε η τέχνη σας δεν έχει εύρη ακόμη τρόπον, ώστε να μη συμβαίνη αυτό, αν και είναι τόσον πράγματι θαυμαστή διά την λεπτολογίαν της. Επάνω εις αυτά λέγει τότε και ο Κτήσιππος: — Αι, φίλοι μας από τους Θουρίους ή από την Χίον, ή και απ' όπου αλλού σας αρέσει να είσθε και να σας λέγουν, θαυμάσια είναι αλήθεια αυτά που λέγετε, και δεν σας μέλλει, βλέπω, να παραμιλήτε ξυπνοί! Αλλά εγώ φοβούμενος μήπως το πράγμα καταντήση εις πειράγματα και ύβρεις, επροσπάθησα πάλιν να καταπραΰνω τον Κτήσιππον και του είπα: — Σου επαναμβάνω πάλιν, Κτήσιππε, και σένα αυτά που έλεγα πριν και του Κλεινία· ότι δεν γνωρίζεις ακόμη την θαυμαστήν σοφίαν των ξένων μας· δεν θέλουν όμως να μας την επιδείξουν εις τα σοβαρά, αλλά μιμούνται τον Πρωτέα, τον Αιγύπτιον σοφιστήν, και μας απατούν με διαφόρους γ οξεκολλήσωμεν από πάνω των, πριν να μας δείξουν την επιστήμην των υπό την σοβαράν της όψιν· διότι είμαι πεπεισμένος ότι έχουν να μας παρουσιάσουν κάτι τι το εξαιρετικώς ωραίον, όταν άπαξ αποφασίσουν να σπουδαιολογήσουν· αλλά εμπρός! Έλα να τους κάμωμεν παρακλήσεις, εξορκισμούς, δεήσεις, διά να μας εμφανισθούν υπό την αληθινήν των μορφήν. Εγώ μάλιστα θέλω πάλιν προηγουμένως να τους εξηγήσω υπό ποίαν μορφήν τους ικετεύω να μου εμφανισθούν· και προς τούτο θα αναλάβω τον λόγον μου, από εκεί που τον είχα διακόψη πριν, και θα προσπαθήσω όσον ημπορώ καλύτερα να εκθέσω και το υπόλοιπον· ίσως τοιουτοτρόπως κατορθώσω να κλονίσω την απόφασίν των, και να με ελεήσουν και με λυπηθούν που με τόσον έντονον προσπάθειαν ζητώ να σπουδαιολογήσωμεν, και [[να]] σπουδαιολογήσουν επί τέλους και αυτοί. Έλα λοιπόν τώρα εσύ, Κλεινία, και θύμησέ μου που είχαμεν αφήση τότε τον λόγον μας· αν καλώς εγώ ενθυμούμαι κάπου εκεί νομίζω; είχαμεν μείνη σύμφωνοι εις το τέλος, ότι πρέπει να επιδοθώμεν εις την φιλοσοφίαν· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα, απεκρίθη ο Κλεινίας. — Η δε φιλοσοφία δεν είναι η απόκτησις επιστήμης; — Βεβαίως. — Αλλά ποία να είναι, αρά γε η επιστήμη, που αξίζει να αποκτήσωμεν; δεν είναι τάχα εκείνη απλώς, που θα μας ωφελήση; — Αυτή ακριβώς. — Αν λοιπόν
η συγχρόνως και τας δύο αυτάς ιδιότητας: και να γνωρίζη να κάμνη κά
εγνωρίζαμεν έξαφνα να ευρίσκωμεν διατρέχοντες την γην, τα μέρη όπου υπάρχει περισσότερος χρυσός κεκρυμμένος, αυτή η γνώσις θα μας ωφελούσε τάχα; — Ίσως, μου απήντησε, — Αλλά είχαμεν αποδείξη πριν, ότι θα μας ήτο όλως διόλου ανωφελές και αν ακόμη, χωρίς κανένα κόπον και χωρίς να σκάπτωμεν την γην, ηθέλαμεν αποκτήση όλον τον χρυσόν του κόσμου· ώστε ούτε αν ηξεύραμεν να μεταβάλλωμεν τους λίθους εις χρυσόν, θα είχε καμμίαν αξίαν δι' ημάς αυτή η γνώσις· διότι αν δεν θα εγνωρίζαμεν να κάμνωμεν και χρήσιν αυτού, απεδείχθη ότι καμμίαν ωφέλειαν δεν θα είχε το πράγμα· ή δεν το ενθυμείσαι; — Πολύ καλά το ενθυμούμαι, — Ούτε λοιπόν, καθώς φαίνεται, καμμία άλλη επιστήμη ημπορεί να μας ωφελήση εις τίποτε, ούτε η οικονομολογική, ούτε η ιατρική, ούτε κάθε άλλη, εάν είναι απλώς ικανή να κάμνη μόνον κάτι, όχι όμως και να διδάσκη την χρήσιν εκείνου που κάμνει· δεν είναι έτσι; — Σύμφωνος. — Και αν ακόμη υπήρχε μία επιστήμη, που να ημπορούσε να κάμνη τους ανθρώπους αθανάτους, χωρίς όμως και να τους διδάσκη συγχρόνως την χρήσιν της αθανασίας, ουδέ από αυτήν θα είχαμεν καμμίαν ωφέλειαν συμφώνως με την αρχήν που παρεδέχθημεν. — Συμμερίζομαι απολύτως την ιδέαν σου. — Ώστε λοιπόν, ωραίε μου φίλε, έχομεν ανάγκην από μίαν τοιαύτην επιστήμην, η οποία να συνδυά στι τι, και να γνωρίζη την χρήσιν εκείνου που κάμνει. — Είναι προφανές. — Δεν μας χρειάζεται λοιπόν διόλου, καθώς φαίνεται, να είμεθα περίφημοι κιθαροποιοί και να γίνωμεν κάτοχοι αυτής της τέχνης· διότι εδώ η τέχνη που κατασκευάζει και η τέχνη που μεταχειρίζεται είναι όλως διόλου χωριστά πράγματα, και ενώ πρόκειται περί του αυτού αντικειμένου, διαφέρουν καθ' ολοκληρίαν· διότι δεν διαφέρουν πράγματι τελείως η κιθαροποιητική τέχνη και η κιθαριστική μεταξύ των; — Βεβαιότατα. — Ούτε και η αυλοποιητική βέβαια μας χρειάζεται περισσότερον, διότι το ίδιον συμβαίνει και με αυτήν. — Σύμφωνος. — Αλλά, προς θεού! μήπως τάχα αν μάθωμεν την λογοποιητικήν τέχνην, να είναι, λέγεις, αυτή που πρέπει ν' αποκτήσωμεν διά να γίνωμεν ευτυχείς; Δεν το πιστεύω εγώ, μου απεκρίθη ο Κλεινίας. — Και που στηρίζεσαι, παρακαλώ, διά να το λέγης αυτό; — Διότι βλέπω αυτούς τους λογοποιούς, που συνθέτουν τους λόγους, πως δεν ημπορούν να μεταχειρισθούν τους λόγους των, που κάμνουν οι ίδιοι, απαράλλακτα όπως και οι κιθαροποιοί τα όργανα που κατασκευάζουν· αλλά και εδώ άλλοι είναι οι άνθρωποι που γνωρίζουν και ημπορούν να μεταχειρίζωνται, όσα κατεσκεύασαν εκείνοι, χωρίς να είναι εις θέσιν οι ίδιοι να συνθέσουν ένα λόγον· είναι λοιπόν φανερόν, ότι και περί λόγων προκειμένου, άλλη είναι η τέχνη που τους κάμνει, και άλλη που
καλώ; — Μα αυτή είναι απλώς ένα κυνήγι ανθρώπων. — Αι λοιπόν; — Κάθ
τους μεταχειρίζεται. — Αρκετά πειστική μου φαίνεται η απόδειξις που έδωσες, ότι δεν είναι και αυτή η τέχνη των λογοποιών εκείνη, της οποίας η απόκτησις θα ημπορούσε να μας κάμη ευτυχείς· και μολαταύτα εγώ εφανταζόμουν πως κάπου εδώ θα ευρίσκαμεν την επιστήμην, που ζητούμεν τόσην ώραν· διότι, να σου ειπώ την αλήθεια, κάθε φορά που τύχη να ευρεθώ με αυτούς τους λογοποιούς, μου κάμνουν την εντύπωσιν ανθρώπων σοφωτάτων, και αυτή δε η τέχνη των μου φαίνεται θεία και υψηλή· και αυτό δεν με παραξενεύει· διότι αποτελεί πράγματι μέρος της τέχνης των εξορκιστών, και ολίγον μόνον είναι κατωτέρα από αυτήν· και η μεν τέχνη των εξορκιστών γητεύει τα φείδια και τα σφαλάγγια και τους σκορπιούς και άλλα φαρμακερά ζώα και ασθενείας, των δε λογοποιών καταπραΰνει και γητεύει, ούτως ειπείν, τους δικαστάς και τους βουλευτάς και κάθε είδους συναθροίσεις των πολλών· ή μήπως έχεις τίποτε διαφορετικήν ιδέαν εσύ; — Όχι, είμαι τελείως σύμφωνος μαζί σου. — Πού λοιπόν, είπα εγώ, να στραφώμεν πλέον και εις ποίαν τέχνην να απευθυνθώμεν; — Όσον δι' εμένα δεν βλέπω τίποτε, μου απήντησε. — Εγώ όμως νομίζω πως το ευρήκα. — ποια είναι; ηρώτησεν ο Κλεινίας. — Η στρατηγική τέχνη μου φαίνεται ότι είναι παρά κάθε άλλην εκείνη, της οποίας η απόκτησις θα κάμη τον άνθρωπον ευτυχή — Δεν το παραδέχομαι εγώ αυτό. — Και διατί, παρ αε κυνήγι, μου απεκρίθη, τίποτε περισσότερον δεν κάμνει παρά να κυνηγά και να πιάνη το θήραμα· αφού όμως πιάσουν εκείνο που κυνηγήσουν, δεν είναι εις θέσιν να το κάμουν τίποτε, αλλά οι μεν κυνηγοί και οι ψαράδες το παραδίδουν εις τους μαγείρου ς· οι δε γεωμέτραι πάλιν και οι αστρονόμοι και οι μαθηματικοί διότι και αυτοί επίσης είναι κυνηγοί, αφού δεν κάμνουν αυτοί τα γεωμετρικά σχήματα, αλλά υπάρχουν ήδη αυτά και απλώς μόνον τα ανευρίσκουν — επειδή λοιπόν δεν γνωρίζουν να χρησιμοποιήσουν τας ανακαλύψεις των, τας παραδίδουν, όσοι τουλάχιστον απ' αυτούς δεν είναι τελείως ανόητοι, εις τους διαλεκτικούς, διά να κάμουν εκείνοι την προσήκουσαν χρήσιν. — Έστω, σοφώτατε και ωραιότατε Κλεινία, έτσι λοιπόν λες νάναι; — Βεβαιότατα, μου απεκρίθη· και οι στρατηγοί επίσης, κατά τον ίδιον και απαράλλακτον τρόπον, όταν κυριεύσουν καμμίαν πόλιν ή κανένα στρατόπεδον, το παραδίδουν εις τους πολιτικούς· διότι αυτοί δεν ηξεύρουν πως να κάμουν με αυτά που εκυρίευσαν· ακριβώς όπως οι κυνηγοί που πιάνουν τα ορτύκια τα παραδίδουν εις τους ορτυκοτρόφους. Εάν λοιπόν εμείς χρειαζώμεθα εκείνην την τέχνην, που είναι εις θέσιν και να μεταχειρίζεται όσα κατασκευάζει ή όσα οπωσδήποτε αποκτά, και η τοιαύτη τέχνη μόνον είναι που θα μας κάμη ευτυχείς, άλλην καμμίαν τότε βέβαια πρέπει να ζητήσωμεν αντί της στρατηγικής. Κρίτων
εκείνη πάντα και μας έφευγε από μέσ' απ' τα χέρια μας. Μ
Τι μου λες εκεί, Σωκράτη; αλήθεια τα είπεν αυτά εκείνο το παιδάριον; Σωκράτης Τι; δεν το πιστεύεις. Κρίτων; Κρίτων Όχι, μα τον θεόν, δεν το πιστεύω· διότι, αν πραγματικώς τα είπεν αυτά, τότε σου λέγω ότι δεν έχει ανάγκην ούτε τον Ευθύδημον ούτε κανένα άλλον άνθρωπον να πάρη δάσκαλον. Σωκράτης Τότε, λοιπόν στο θεό σου! μήπως ήτανε τάχα ο Κτήσιππος που τα είπε αυτά και εγώ δεν το ενθυμούμαι; Κρίτων Ποιος Κτήσιππος; Σωκράτης Τουλάχιστον, αυτό το γνωρίζω καλά, πως δεν ήτο ούτε ο Ευθύδημος ούτε ο Διονυσόδωρος που τα είπε· αλλά, ευλογημένε μου Κρίτων, μήπως λες να ήτανε παρόν κανένα από τα υπέρτερα όντα και τα είπε εκείνα τα λόγια; διότι, ότι τα ήκουσα, αυτό τουλάχιστον είμαι απολύτως βέβαιος. Κρίτων Ναι, μα την αλήθεια, Σωκράτη· κάποιο πράγματι υπέρτερον πνεύμα, μου φαίνεται, πως θα ήτανε, και πολύ μάλιστα υπέρτερον. Αλλά λέγε μου τώρα, εζητήσατε καμμίαν άλλην τέχνην κατόπιν; και την ευρήκετε επί τέλους, ή δεν την ευρήκετε εκείνην που εζητούσετε; Σωκράτης Πού βρήκαμε, φίλε μου! καταντήσαμεν αλήθεια γελοίοι, σαν τα παιδιά που κυνηγούν τους κορυδαλούς· κάθε φορά που επιστεύαμε πως, να! θα την πιάσωμε πλέον την επιστήμην ,α τι να κάθωμαι τώρα να σου τα πολυλογώ και να σου τα αναφέρω όλα; αλλά όταν τέλος εφθάσαμεν εις την τέχνην του βασιλεύειν, και εξετάζαμεν, αν είναι αυτή που παρέχει και εξασφαλίζει την ευδαιμονίαν εις τους ανθρώπους, τότε δα είναι που είδαμεν πως επέσαμεν εις λαβύρινθον και, ενώ ενομίζαμεν πως ευρισκόμεθα εις το τέλος, αναγκασθήκαμε να γυρίσωμεν εις τα βήματά μας και να ευρεθώμεν εις την αρχήν των ερευνών μας, τόσον σοφοί, όσον ήμεθα και ότε επελήφθημεν το πρώτον της συζητήσεως. Κρίτων Και πώς σας συνέβη αυτό, Σωκράτη; Σωκράτης Θα σου το ειπώ· κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι η πολιτική και η τέχνη του βασιλεύειν είναι το ίδιον πράγμα. Κρίτων Και λοιπόν; Σωκράτης Εις αυτήν την τέχνην, εσκέφθημεν, και η στρατηγική και όλαι αι άλλαι παραδίδουν να κυβερνά όσα ήθελον αποκτήση αι ίδιαι, διότι είναι η μόνη που γνωρίζει να κάμνη χρήσιν αυτών. Παρεδέχθημεν λοιπόν ότι αυτή θα είναι προφανώς η επιστήμη που ζητούμεν και η αιτία της αληθούς ευδαιμονίας της πολιτείας και ότι, με μίαν λέξιν, κατά τον στίχον του Αισχύλου, {3} αυτή μόνη κάθηται εις την πρύμνην της πόλεως με το πηδάλιον εις τας χείρας και διευθύνει και κυβερνά το παν προς κοινήν όλων ωφέλειαν. Κρίτων Και δεν ήτο τάχα ορθή η ιδέα σας, Σωκράτη;
τήμη που ζητούμεν, πρέπει κατ' ανάγκη
Σωκράτης Θα το κρίνης μόνος σου, Κρίτων, αν έχης την υπομονήν να ακούσης και τι επηκολούθησε κατόπιν· διότι επήραμεν πάλιν να εξετάσωμεν το ζήτημα και κατ' αυτόν τον τρόπον: Έλα να ιδούμεν, είπαμεν, αυτή η τέχνη του βασιλεύειν, εις την οποίαν τα πάντα υπόκεινται, κάμνει κάποιο έργον; ή δεν κάμνει κανένα; Δίχως άλλο θα κάμνη, είπαμεν εμείς μεταξύ μας. Και συ δεν θα έλεγες το ίδιον, Κρίτων; Κρίτων Βεβαίως. Σωκράτης Ποίον λοιπόν θα έλεγες πως είναι το έργον της; όπως έξαφνα, εάν σε ερωτούσα, ποίον είναι το έργον, το οποίον παρέχει η ιατρική εξασκούσα την δικαιοδοσίαν της, εκεί όπου την εξασκεί; δεν θα μου απαντούσες την υγιείαν; Κρίτων Μάλιστα. Σωκράτης Τι δε; και η ιδική σου τέχνη, η γεωργική, εις την δικαιοδοσίαν της, ποίον έργον κάμνει; δεν θα μου απαντούσες, ότι εξάγει από την γην την τροφήν μας; Κρίτων Μάλιστα. Σωκράτης Λοιπόν, η βασιλική τέχνη εξασκούσα την δικαιοδοσίαν της, εκεί όπου την εξασκεί, τι κάμνει; ίσως να εδυσκολεύεσο ολίγον να απαντήσης. Κρίτων Το ομολογώ πράγματι, Σωκράτη. Σωκράτης Και ημείς το ίδιον, Κρίτων· αλλ' αυτό τουλάχιστον το γνωρίζεις, ότι, αν είναι η επι σν να είναι ωφέλιμος. Κρίτων Αναμφιβόλως. Σωκράτης Δεν πρέπει λοιπόν να μας παρέχη κάποιο αγαθόν; Κρίτων Ανάγκη πάσα. Σωκράτης Αλλά το αγαθόν, παρεδέχθημεν εγώ και ο Κλεινίας, δεν είναι άλλο παρά μία κάποια επιστήμη. Κρίτων Ναι, έτσι μου είπες. Σωκράτης Αλλά είχομεν εύρη, ότι όλα μεν τα άλλα που θα ημπορούσαμεν να θεωρήσωμεν έργα της πολιτικής — και τοιαύτα είναι πολλά, παραδείγματος χάριν να κάμνη πλουσίους τους πολίτας, να τους παρέχη την ελευθερίαν, να τους εξασφαλίζη από τας στάσεις — όλα αυτά δεν είναι ούτε κακά ούτε καλά, αλλ' ότι έπρεπε να τους κάμη σοφούς και κατόχους της επιστήμης, εάν επρόκειτο να είναι εκείνη που θα μας ήτο ωφέλιμος και θα μας έκαμνεν ευτυχείς. Κρίτων Αυτό είναι· τουλάχιστον μου έλεγες προ ολίγου ότι έτσι το παραδεχθήκατε πως πρέπει να είναι. Σωκράτης Α! λοιπόν τώρα· η τέχνη η βασιλική κάμνει αρά γε τους ανθρώπους σοφούς και καλούς; Κρίτων Τι θα την ημπόδιζε, Σωκράτη; Σωκράτης Αλλά τους κάμνει αρά γε όλους καλούς και εις όλα; και αυτή είναι που τους μανθάνει όλας τας επιστήμας, την υποδηματοποιίαν, την ξυλουργικήν και τας άλλας;
ένους ως Διοσκούρους και να επικαλο
Κρίτων Δεν το πιστεύω, Σωκράτη. Σωκράτης Ποίαν λοιπόν τότε επιστήμην; και εις τι θα μας χρησιμεύη αύτη; διότι πρέπει να μην κάμνη τίποτε από εκείνα, που δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά, να μας κάμνη δε κοινωνούς όχι καμμιάς άλλης επιστήμης, παρά του εαυτού της. Ας είπωμεν λοιπόν τώρα, ποία να είναι αυτή, και τι θα μας χρησιμεύη να κάμνωμεν. Θέλεις να ειπούμεν, Κρίτων, ότι θα είναι μία επιστήμη, με την οποίαν θα κάμνωμεν τους άλλους καλούς ανθρώπους; Κρίτων Και βέβαια. Σωκράτης Αλλά εις τι θα είναι καλοί, και εις τι χρήσιμοι; ή θα ειπούμεν πάλιν εις το να κάμνουν άλλους καλούς, και οι άλλοι εκείνοι άλλους και ούτω καθεξής; εις τι όμως θα είναι καλοί πουθενά δεν θα ιδούμεν, αφού δεν δίδομεν καμμίαν σημασίαν εις αυτά που θεωρούνται ως έργα της πολιτικής, και τοιουτοτρόπως κινδυνεύομεν να γυρίζωμεν διαρκώς μέσα εις τον αυτόν φαύλον κύκλον, και, όπως έλεγα πριν, απέχομεν εξ ίσου, ή και μάλιστα ακόμη περισσότερον παρά ποτέ, από το να εύρωμεν την επιστήμην εκείνην που θα μας κάμη ευτυχείς; Κρίτων Μα τον θεόν, Σωκράτη, περιήλθετε, καθώς φαίνεται, εις μεγάλην απορίαν. Σωκράτης Πραγματικώς, Κρίτων, επειδή και εγώ το έβλεπα πως επέσαμεν εις αυτό το αδιέξοδον, ήρχισα πάλιν να ικετεύω τους ξύμαι με όλην την δύναμιν της φωνής μου, την βοήθειάν των, διά να μας σώσουν, εμένα και τον νεαρόν φίλον μας, από αυτήν την τρικυμίαν του λόγου, να πάρουν επί τέλους το πράγμα εις τα σοβαρά, και σοβαρά να μας διδάξουν, ποία είναι εκείνη η επιστήμη, που έχομεν ανάγκην διά να διέλθωμεν ευτυχείς το υπόλοιπον της ζωής μας. Κρίτων Αι λοιπόν; κατεδέχθη τέλος ο Ευθύδημος να ικανοποιήση την επιθυμίαν σας; Σωκράτης Πώς όχι; και ήρχισε μάλιστα, φίλε μου, με ένα ύφος πολύ υπερήφανον ως εξής: — Θέλεις, μου είπε, Σωκράτη, να σου διδάξω αυτήν την επιστήμην, που τόσον σας βασανίζει να την ευρήτε, ή θέλεις να σου αποδείξω ότι την κατέχεις ήδη; — Ω μακάριε Ευθύδημε, του είπα, είναι αλήθεια στο χέρι σου να το κάμης αυτό; Απολύτως, μου απεκρίθη. — Μα τον Δία! απόδειξέ μου λοιπόν ότι την κατέχω· διότι αυτό είναι πολύ ευκολώτερον, παρά να κάθομαι τώρα να μαθαίνω εις αυτήν την ηλικίαν που ευρίσκομαι. — Έλα λοιπόν να μου απαντήσης εις αυτό που θα σε ερωτήσω· είναι τίποτε που να το γνωρίζης; Βεβαίως, του απήντησα, και πολλά πράγματα μάλιστα, αλλά ασήμαντα οπωσδήποτε. — Αυτό αρκεί, μου είπε· λοιπόν φρονείς τώρα, ότι μεταξύ των πραγμάτων, που υπάρχουν, ευρίσκεται κανένα, που να μην είναι εκείνο που είναι; — Όχι μα την αλήθειαν, αυτό δεν είναι δυνατόν. — Δεν είπες όμως ότι εσύ γνωρίζεις κάτι τι; — Μάλιστα. — Λοιπόν αφού γνωρίζεις, θα ειπή
ωρίζετε, και άλλα που δεν τα γνωρίζετε: Κάθε άλλο, μου απεκρίθ
πως είσαι επιστήμων. — Μάλιστα, αυτού δηλαδή του πράγματος που γνωρίζω. — Αυτό δεν έχει να κάμη· αφού είσαι επιστήμων, δεν είναι ανάγκη να γνωρίζης τα πάντα; — Όχι, μα τον Δία, αφού αγνοώ τόσα άλλα πράγματα. — Αι λοιπόν, εάν είναι κάτι που να μην το γνωρίζης, θα ειπή πως δεν είσαι επιστήμων. — Εκείνου που δεν γνωρίζω, φίλε μου. — Μήπως τάχα με αυτό θα είσαι ολιγώτερον ανεπιστήμων; και μολαταύτα προ ολίγου μας εβεβαίωσες ότι είσαι επιστήμων, και τοιουτοτρόπως ευρίσκεται, συγχρόνως και υπό την αυτήν έποψιν, ότι είσαι εκείνο που είσαι, και πάλιν ότι δεν είσαι. — Πάει καλά, Ευθύδημε, και χρυσά είναι τα λόγια σου· πως λοιπόν κατέχω εκείνην την επιστήμην, που εζητούσαμεν; επειδή φυσικά, καθώς μας εδίδαξες, είναι αδύνατον το ίδιον πράγμα να είναι συγχρόνως και να μην είναι· ούτως ώστε, εάν γνωρίζω ένα πράγμα, τα γνωρίζω όλα· διότι δεν ημπορεί να είμαι επιστήμων συγχρόνως και ανεπιστήμων αφού δε τα γνωρίζω όλα, κατέχω επομένως και εκείνην την επιστήμην· αυτός είναι ο συλλογισμός που κάνεις, και αυτή είναι η σοφία που ανεκάλυψες; — Εσύ μόνος σου ανασκευάζεις, Σωκράτη, τον εαυτόν σου. — Αλλά, ω Ευθύδημε, του είπα, μήπως και συ δεν παθαίνεις αυτό το ίδιον πάθημα; όσο για μένα ποτέ δεν θα ημπορούσα να αγανακτήσω, αν συνέβαινε να πάθω οτιδήποτε από κοινού μαζί σου και μαζί με τον Διονυσόδωρον αυτόν, τον αγαπημένον μου φίλον· λέγε μου λοιπόν, και σεις, δεν υπάρχουν πράγματα που τα γ νη ο Διονυσόδωρος. — Πώς λέγετε; είπα εγώ· δεν γνωρίζετε λοιπόν τίποτε; — Απεναντίας, μου απεκρίθη. — Τότε λοιπόν τα γνωρίζετε όλα. αφού γνωρίζετε κάτι. Όλα μάλιστα, επίσης δε και συ, αν γνωρίζης ένα μόνον πράγμα, τα γνωρίζεις όλα. — Ω θεέ μου, ανέκραξα, ποίον θαύμα και ποίος ανεκτίμητος θησαυρός μας απεκαλύφθη! μήπως αρά γε και όλοι οι άλλοι άνθρωποι τα γνωρίζουν όλα, ή δεν ηξεύρουν τίποτε: — Δεν ημπορεί, φυσικά, άλλα μεν να γνωρίζουν, άλλα δε να μη γνωρίζουν και να είναι συγχρόνως σοφοί και άσοφοι. Αλλά τι λοιπόν; τον ηρώτησα. — Όλοι τα γνωρίζουν όλα, εφόσον γνωρίζουν και ένα μόνον πράγμα. — Δόξα νάχη ο θεός! τώρα το βλέπω, Διονυσόδωρε, πως ομιλείτε επί τέλους εις τα σοβαρά, και εισηκούσθησαν τέλος πάντων αι παρακλήσεις μου· αλήθεια λοιπόν τα γνωρίζετε όλα εσείς; την ξυλουργικήν παραδείγματος χάριν, την βυρσοδεψικήν; — Μάλιστα, μου απεκρίθη. Μήπως ηξεύρετε και να ράπτετε υποδήματα; — Ναι, βέβαια και να κόπτωμεν ακόμη και πάτους. Μήπως γνωρίζετε και τα τέτοια, πόσος είναι ο αριθμός των άστρων και των κόκκων της άμμου; Και βεβαίως, μου είπε· ή τάχα πιστεύεις πως θα το αρνηθώμεν: Επάνω εις αυτά λαμβάνει τον λόγον ο Κτήσιππος και λέγει: — Στο θεό σου, Διονυσόδωρε, δόσετέ μας μίαν απόδειξιν, που να πιστεύσω πως λέγετε την αλήθειαν. Τι απόδειξιν θέλεις; — Γνωρίζεις εσύ πόσα δόντια έχει ο Ευθύδημος, και ο Ευθύδημος πόσα έχεις εσύ; — Δεν σου αρκεί που ήκουσες ότι τα γνωρίζομεν όλα; του απεκρίθη. Άφησέ τα
ότι πράγματι πρέπει να είσθε πολύ σοφοί. — Αλλ' αν θέλης να
αυτά, και απαντήσατε αυτήν μόνον πλέον την φοράν, διά να μας αποδείξετε πως λέγετε την αλήθειαν· και αν ειπήτε καθένας σας πόσα δόντια έχει ο άλλος και βρεθούν σωστά, αφού τα μετρήσωμεν, τότε πλέον θα σας πιστεύσωμεν και εις όλα τα άλλα. Εκείνοι, επειδή έβλεπαν πως τους κορόιδευε, δεν απαντούσαν εις το κάθε τι που τους ερωτούσε ο Κτήσιππος. αλλά γενικώς επανελάμβανον ότι όλα τα γνωρίζουν διότι απροκαλύπτως πλέον ο Κτήσιππος δεν άφησε τίποτε που να μην τους ερωτά, και τα πλέον γελοία ακόμη πράγματα, αν τα γνωρίζουν· εκείνοι δε με ακλόνητον γενναιότητα αντιμετώπιζαν όλας τας ερωτήσεις, διαβεβαιούντες ότι τα γνωρίζουν, όπως οι κάπροι που πέφτουν μόνοι των επάνω εις τον σίδηρον που τους πληγώνει· ούτως ώστε και εμένα επί τέλους με ώθησεν η απιστία μου να ερωτήσω τον Ευθύδημον, εάν γνωρίζη και να χορεύη ο Διονυσόδωρος. — Μάλιστα, μου απεκρίθη εκείνος. — Όχι όμως βέβαια και να γέρνη τούμπες μέσα σε στημένα μαχαίρια, και να κάμνη τον τροχόν εις την ηλικίαν που ευρίσκεται· ή και μέχρις αυτού του σημείου φθάνει η ικανότης του; — Τίποτε δεν είναι που να μην το γνωρίζη. — Και τα γνωρίζετε όλα τώρα μόνον, ή από πάντα; — Από πάντα, μου απήντησε. — Και όταν ήσαστε παιδιά, και ευθύς που γεννηθήκετε τα ηξεύρετε όλα; — Όλα απήντησαν και οι δύο μαζί. Το πράγμα μας εφαίνετο όλως διόλου απίστευτον ο δε Ευθύδημος απευθυνόμενος προς εμέ· — Τι; δεν το πιστεύεις, μου είπε, Σωκράτη; — Δεν πιστεύω παρά ένα πράγμα, του είπα , μου απαντάς, θα σου αποδείξω πως παραδέχεσαι και συ αυτά που σου φαίνονται τόσον θαυμαστά. — Ω! απεκρίθην, αυτός ο έλεγχος θα ήτο πολύ ευχάριστος· διότι, εάν ήμουν ως τώρα σοφός χωρίς να το έχω είδησιν, και μου αποδείξης εσύ ότι όλα τα γνωρίζω και από πάντα, τι πολυτιμότερον εύρημα θα ημπορούσα να εύρω εις όλην μου την ζωήν; — Απάντα μου λοιπόν. — Ερώτα με και θα σου απαντώ. — Είσαι αρά γε, Σωκράτη, επιστήμων πράγματός τινος, ή δεν είσαι; — Ε, είμαι. — Και με εκείνο το πράγμα που σε κάμνει να είσαι επιστήμων, με αυτό το ίδιον γνωρίζεις ό,τι γνωρίζεις, ή με τίποτε άλλο; — Με εκείνο που με κάμνει να είμαι επιστήμων διότι υποθέτω ότι εννοείς την ψυχήν· ή δεν θέλεις να πης αυτό; — Δεν εντρέπεσαι, Σωκράτη, να ερωτάς ενώ σε ερωτούν; — Πολύ καλά· μα τι θέλεις να κάμω; είμαι έτοιμος, όπως με προστάξεις· όταν με ρωτάς κάτι τι, που δεν καταλαβαίνω, απαιτείς μολαταύτα να αποκρίνωμαι, χωρίς να σου ζητώ επεξηγήσεις· αι; — Φαντάζεσαι όμως βέβαια πως πάντα κάτι θέλει να πη εκείνο που σε ερωτώ. — Μάλιστα. Ε, εις αυτό λοιπόν που φαντάζεσαι, να απαντάς. Ναι, μα αν εσύ έχης άλλο πράγμα εις τον νουν σου, όταν με ερωτάς, κ' εγώ το πάρω αλλιώς και σου αποκριθώ σύμφωνα μ' αυτό που φαντάζομαι, ημπορεί ποτέ εσύ να στέρξης εις μίαν απάντησιν άσχετον με το ερώτημά σου; — Εγώ; με φθάνει και με παραφθάνει αυτό εμένα· όχι όμως και εσένα, καθώς φαίνεται. — Δεν θα αποκριθώ λοιπόν πράγματι, πριν να καταλάβω καλά τι μ' ερωτούν — Δεν θα αποκριθής
χα με αυτό το ίδιον μέσον πάντοτε, ή άλλοτε μεν με το αυτό, άλλοτ
βέβαια εις ό,τι νομίζεις πως σ' ερωτούν, διότι δεν είσαι δι' άλλο παρά να φλυαρής και να μας κάνης τον πρωτινό, όταν δεν πρέπει. Είδα λοιπόν εγώ τότε πως εθύμωνε, που εζητούσα να διευκρινίζω τα λεγόμενα, όσω αυτός ήθελε να με τυλίξη μέσα εις τας λέξεις, που μου έστηνε γύρω σαν βρόχια. Και ενθυμήθηκα αμέσως τον μουσικοδιδάσκαλόν μου τον Κόννον, που και εκείνος μου θυμώνει πάντα, όταν δεν τον υπακούω, και έπειτα με παραιτεί ως ανεπίδεκτον μαθήσεως. Αφού λοιπόν ήμουν αποφασισμένος να ακολουθήσω τα μαθήματα του Ευθυδήμου, έκρινα πως έπρεπε να υποχωρήσω, μήπως με χαρακτηρίση ως δύστροπον και ασυμβίβαστον, και δεν με δεχθή μαθητήν του. Του λέγω λοιπόν: — Ε, καλά, Ευθύδημε, αφού το ευρίσκης έτσι σωστόν, ας κάμωμεν κατά την επιθυμίαν σου· γνωρίζεις καλύτερ' από μένα τους νόμους της συζητήσεως, διότι εσύ είσαι διδάσκαλος εις αυτήν την τέχνην, ενώ εγώ είμαι όλως διόλου αρχάριος· ώστε επανάλαβε εξ αρχής τας ερωτήσεις σου. — Λοιπόν, απάντησέ μου πάλιν, όσα γνωρίζεις, τα γνωρίζεις διά μέσου κάποιου πράγματος, ή όχι; — Μάλιστα, του απήντησα, διά μέσου της ψυχής. — Να τον μας πάλιν! αποκρίνεται περισσότερα απ' ό,τι τον ερωτούν· δεν σε ηρώτησα διά μέσου τίνος, αλλ' απλώς, αν γνωρίζης διά μέσου κάποιου πράγματος. — Η απαιδευσία μου φαίνεται πάλιν με έκαμε ν' απαντήσω περισσότερα απ' ό,τι έπρεπε· συγχώρησέ με· εις το εξής θα αποκρίνομαι απλώς εις το ερωτόμενον: ό,τι γνωρίζω, το γνωρίζω [πάντοτε] διά μέσου κάποιου πράγματος. — Και τ άε δε με άλλο; — Πάντοτε με το αυτό, όταν γνωρίζω κάτι τι. — Δεν θα παύσης λοιπόν επί τέλους να προσθέτης περιττά πράγματα εις τας απαντήσεις σου; — Μα εφοβήθηκα μήπως μας εξαπατήση εκείνο το: &πάντοτε.& — Δεν έχομεν φόβον, όσο δι' αυτό. εμείς· ίσως όμως εσύ· λέγε λοιπόν πάντοτε με το ίδιον μέσον γνωρίζεις; Πάντοτε, του απεκρίθην, αφού είναι ανάγκη να αφαιρέσωμεν εκείνο το: &όταν.& — Λοιπόν πάντοτε με αυτό το μέσον γνωρίζεις, και αφού γνωρίζεις πάντοτε, μήπως άλλα μεν τα γνωρίζεις με αυτό το μέσον που γνωρίζεις, άλλα δε με άλλο; ή με αυτό όλα; Όλα με αυτό, όσα τουλάχιστον γνωρίζω, — Πάλι τα ιδία! ξαναπέσαμε εις την αυτήν περιττολογίαν. — Αποσύρω, αφού είναι έτσι, το: &όσα τουλάχιστον γνωρίζω& — Να μην αποσύρης τίποτε· δεν έχω ανάγκην να σου το ζητήσω αυτό· μόνον λέγε μου, θα ημπορούσες να εγνώριζες όλα, αν δεν εγνώριζες το παν; — Αυτό θα ήτο τερατωδώς ακατανόητον, είπα εγώ. Και εκείνος· — Πρόσθετε τώρα, είπε, ό,τι σου αρέση, αφού μου ωμολόγησες πλέον ότι γνωρίζεις το παν. — Πραγματικώς, αφού δεν έχει καμμίαν σημασίαν το: &όσα γνωρίζω,& φαίνεται ότι γνωρίζω το παν. — ομολόγησες δε ακόμη, ότι και πάντοτε γνωρίζεις με το μέσον που γνωρίζεις, είτε όταν γνωρίζης κάτι τι είτε όπως αλλέως θέλεις να το πάρης· με φθάνει πως ωμολόγησες, ότι πάντοτε γνωρίζεις και συγχρόνως τα πάντα· είναι λοιπόν φανερόν ότι εγνώριζες και όταν ήσουν παιδί, και κατά την στιγμήν της γεννήσεώς σου, και κατά την στιγμήν της συλλήψεώς σου ακόμη, και πριν να γεννηθής ο ίδιος, και
έ μου, αυτά, έως να με διδάξη ο Ευθύδημος, ότι γνωρίζω πως οι αγα
πριν να γίνη ο ουρανός και η γη, εγνώριζες τα πάντα, αφού πάντοτε γνωρίζεις, και μα τον Δία, και πάντοτε θα γνωρίζης τα πάντα, εάν το θέλω εγώ. — Αλλ' άμποτε να το θελήσης, του είπα, ανεκτίμητε Ευθύδημε, εάν πράγματι λέγης την αλήθειαν· τι να σου ειπώ όμως, δεν το παραπιστεύω να έχης αυτήν την δύναμιν, εκτός τουλάχιστον αν έδιδε την συγκατάθεσίν του και ο αδελφός σου αυτός ο Διονυσόδωρος· τότε ίσως μάλιστα· πέτε μου όμως, σας παρακαλώ — διότι κατά τα άλλα δεν βλέπω πως θα ημπορούσα να σας αμφισβητήσω, ανθρώπους τόσον υπερφυσικής σοφίας, ότι εγώ, δεν γνωρίζω τα πάντα, αφού εσείς είσθε που το λέγετε· πως όμως, Ευθύδημε, ημπορώ να ισχυρισθώ αυτό, παραδείγματος χάριν, το πράγμα: ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι άδικοι; έλα λέγε μου, αυτό το γνωρίζω ή δεν το γνωρίζω; — Το γνωρίζεις, μου απεκρίθη. — Τι πράγμα; — Ότι δεν είναι άδικοι οι αγαθοί. — Βεβαίως, του απεκρίθην, αυτό ν' ακούεται, αλλά δεν σε ερωτώ αυτό· αλλά πού έμαθα εγώ ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι άδικοι; — Πουθενά, απήντησεν ο Διονυσόδωρος. — Ώστε επομένως είναι πράγμα που δεν το γνωρίζω εγώ αυτό. — Μας χαλάς την υπόθεσιν, είπεν ο Ευθύδημος προς τον Διονυσόδωρον· τώρα θα φανή πως δεν γνωρίζει και έτσι πως είναι επιστήμων και ανεπιστήμων συγχρόνως. Ο Διονυσόδωρος τότε εκοκκίνησε. — Αλλά συ, ω Ευθύδημε, δεν σου φαίνεται πως λέγει σωστά ο αδελφός σου, που όλα τα γνωρίζει; Αλλά έλαβε τον λόγον αμέσως ο Διονυσόδωρος και είπε· — Πώς; εγώ αδελφός του Ευθυδήμου; Και εγώ του είπα· — Άφησέ τα τώρα, κα λθοί άνθρωποι είναι άδικοι, και μη μου φθονήσης το ωραίον αυτό μάθημα. — Φεύγεις, Σωκράτη, είπεν ο Διονυσόδωρος, και δεν θέλεις να αποκριθής. — Πολύ φυσικά, του απήντησα εγώ· είμαι ασθενέστερος και από τον καθένα σας χωριστά, ώστε, κατά πολύ περισσότερον λόγον, πώς να μη φεύγω εμπρός και εις τους δύο σας μαζί; διότι βέβαια δεν ημπορώ να έχω την δύναμιν του Ηρακλέους, ο οποίος μολαταύτα δεν ημπόρεσε να τα καταφέρη συγχρόνως και με την Ύδραν, που ήτο σοφίστρια και με την σοφίαν της εξεφύτρωνε, κάθε φορά που της έκοπτε μίαν κεφαλήν του λόγου, πολλάς άλλας εις την θέσιν της μιας, και με τον Καρκίνον, άλλον αυτόν πάλιν σοφιστήν, που ήλθε πέρ' από την θάλασσαν και προ μικρού, καθώς μου φαίνεται, απεβιβάσθη, και ο οποίος επειδή παρηνώχλει τον Ηρακλέα έτσι από τα αριστερά με λόγια και με δαγκάματα, τον ηνάγκασε να επικαλεσθή την βοήθειαν του ανεψιού του Ιολάου· και αυτός μεν πράγματι τον εβοήθησεν αρκετά· ο ιδικός μου όμως ο Ιόλαος [ο Πατροκλής {4}] αν ήρχετο εις βοήθειάν μου, περισσότερον κακόν φοβούμαι πως θα έκαμνε. — Έλα λοιπόν τώρα, είπεν ο Διονυσόδωρος, αφού μας εχόρτασες αρκετά με τα παραμύθια σου, απάντησε μου σ' αυτό: ο Ιόλαος ήτο περισσότερον ανεψιός του Ηρακλέους παρά δικός σου; — Το βλέπω, Διονυσόδωρέ μου, πως το καλύτερον που έχω να κάμω είναι να σου αποκριθώ, διότι αλλέως δεν θα θέσης τέλος εις τας ερωτήσεις σου (είμαι πολύ βέβαιος περί τούτου) διά να με εμποδίσης από φθόνον να μάθω από τον Ευθύδημον εκείνην την σοφίαν, που επρόκειτο να με διδάξη. — Απάντησέ μου
μα από πατέρας, δεν θα είναι πατέρας, ώστε συ, Σωκράτη, δεν θα έχης
λοιπόν — Θα σου απαντήσω, του είπα, ότι του Ηρακλέους ήτο ανεψιός ο Ιόλαος, ιδικός μου όμως καθόλου, όπως στοχάζομαι, διότι δεν ήτο πατέρας του ο Πατροκλής, ο αδελφός μου· το βέβαιον είναι πως είχε κάπως όμοιον όνομα, Ιφικλής, ο αδελφός του Ηρακλέους. — Ο Πατροκλής λοιπόν είναι ο αδελφός σου; — Ναι, του απήντησα, από την αυτήν τουλάχιστον μητέρα, όχι όμως και από τον ίδιον πατέρα. — Είναι επομένως και δεν είναι αδελφός σου. — Ομοπάτριος αδελφός μου δεν είναι, διότι ο πατέρας του εκείνου ήτο ο Χαιρέδημος, και εμένα ο Σωφρονίσκος. — Αλλά πατέρας ήτο ο Χαιρέδημος, και ο Σωφρονίσκος επίσης. — Αναμφιβόλως, του απεκρίθην, ο ένας δικός μου και άλλος δικός του, — Ο Χαιρέδημος λοιπόν ήτο άλλο πράγμα, από τον πατέρα; — Άλλο βέβαια πράγμα από τον πατέρα τον δικό μου. — Ήτο λοιπόν πατέρας αφού ήτο άλλο πράγμα από τον πατέρα; ή ημπορεί ποτέ εσύ να είσαι το ίδιον πράγμα με την πέτραν; — Φοβούμαι, μα την αλήθεια, μήπως στο τέλος και αυτό καταντήσωμεν να μας το αποδείξης· οπωσδήποτε δεν στοχάζομαι να είμαι το ίδιον πράγμα με την πέτραν. — Αφού λοιπόν δεν είσαι το ίδιον, θα πη πως είσαι άλλο πράγμα. — Άλλο μάλιστα. — Αν λοιπόν είσαι άλλο πράγμα από την πέτραν, δεν είσαι πέτρα· και αν είσαι άλλο πράγμα από τον χρυσόν, δεν είσαι χρυσός. — Βεβαίως. — Επομένως και ο Χαιρέδημος δεν θα είναι πατέρας, αφού ήτο άλλο πράγμα από τον πατέρα. — Έτσι φαίνεται, πως δεν είναι πατέρας. — Και αν ο Χαιρέδημος είναι πατέρας, προσέθεσεν ο Ευθύδημος, απεναντίας πάλιν ο Σωφρονίσκος, αφού θα είναι άλλο πρά γ πατέρα. Τότε και ο Κτήσιππος διακόψας· — Αλλά και με τον ιδικόν σας πατέρα, είπε, δεν συμβαίνει το ίδιον; δεν είναι και αυτός άλλο πράγμα από τον πατέρα μου; — Καθόλου, απήντησεν ο Ευθύδημος. — Αλλά τότε λοιπόν είναι ο ίδιος; — Ο ίδιος βεβαία, — Να σου πω, δεν θα το επεθυμούσα καθόλου· αλλά δεν μου λέγεις, Ευθύδημε, εδικός μου μόνον πατέρας είναι, ή και των άλλων ανθρώπων; — Και των άλλων, απεκρίθη· τι θα ήθελες τάχα; να είναι ο αυτός πατέρας και να μην είναι: — Έτσι ενόμιζα εγώ, είπεν ο Κτήσιππος. — Πώς; θέλεις ο χρυσός να μην είναι χρυσός, ή ο άνθρωπος να μην είναι άνθρωπος: — Πρόσεξε, Ευθύδημε, του είπεν ο Κτήσιππος, μήπως δεν συνάπτεις, καθώς λέγει η παροιμία, λινάρι με λινάρι· διότι, αλήθεια, θα ήτο τερατώδες το πράγμα, αν ο πατέρας σου ήτο πατέρας όλων των ανθρώπων. — Μα είναι. — Αλλά, είπε πάλιν ο Κτήσιππος, μόνον των ανθρώπων πατέρας είναι, ή μήπως και των ίππων και όλων των άλλων ζώων; — Όλων, απεκρίθη. — Μήπως και η μητέρα σου το ίδιον; — Βέβαια και η μητέρα μου. — Και όλων των αχινών λοιπόν της θάλασσας θα είναι μητέρα η μητέρα σου. — Και η δική σου. — Και συ επομένως είσαι αδελφός με τους κωβιούς και με τα σκυλάκια και με τα γουρουνάκια. — Όπως και εσύ. — Προσέτι δε έχεις πατέρα και τον σκύλο. — Απαράλλακτα και συ. — Αμέσως ημπορώ, είπε και ο Διονυσόδωρος, να σε κάμω να το ομολογήσης και ο ίδιος, φθάνει να μου αποκριθής· λέγε μου, σε παρακαλώ, έχεις σκύλο; — Ναι, και πολύ κακορρίζικο. — Έχει και κουτάβια; — Σαν τη μάννα τους κι' αυτά. — Πατέρας λοιπόν αυτών δεν είναι ο σκύλος; — Βέβαια· τον είδα και
ιβε κανείς και του έδινε να πιη μίαν ολόκληρον άμαξαν ελλεβόρου
με τα μάτια μου που ανέβαινε τη σκύλα μου. — Αυτός ο σκύλος δεν είναι δικός σου; — Μάλιστα. — Λοιπόν ο σκύλος αυτός που είναι πατέρας, είναι δικός σου, επομένως πατέρας δικός σου, και συ αδελφός των κουταβιών. Και αμέσως επήρε τον λόγον ο Διονυσόδωρος, διά να μην τον προλάβη και πη τίποτε ο Κτήσιππος και του λέγει· — Πε μου ακόμη και ένα άλλο· αυτόν τον σκύλο τον κτυπάς; Και ο Κτήσιπος εγέλασε και του είπε· — Ναι, μα τον θεόν· γιατί δεν μπορώ εσένα. — Ώστε κτυπάς τον πατέρα σου; — Αυτές οι ξυλιές που του δίνω, θα ήτανε πιο δίκιο να τις έτρωγε ο πατέρας σας, που δεν ηξεύρω τι του ήλθε και γέννησε έτσι σοφά παιδιά· αλλά δεν αμφιβάλλω βέβαια, Ευθύδημε, πως πολλά αγαθά από την σοφίαν σας αυτήν θα απήλαυσεν ο πατέρας. . . των κουταβιών, — Μα δεν έχει καμμιάν ανάγκην από τα πολλά αγαθά, Κτήσιππε, ούτε εκείνος ούτε συ. — Ούτε συ ο ίδιος, Ευθύδημε; — Ούτ' εγώ ούτε κανείς άλλος άνθρωπος· διότι λέγε μου σε παρακαλώ, Κτήσιππε· νομίζεις ότι είναι καλόν δι' ένα που είναι άρρωστος να πάρη φάρμακον, ή σου φαίνεται πως δεν είναι καλόν να το πάρη, ενώ έχει ανάγκην; ή, όταν πηγαίνη εις τον πόλεμον, να πηγαίνη με όπλα, ή δίχως όπλα; — Με όπλα βέβαια· αν και φοβούμαι, ότι θα βγάλης πάλιν από την απάντησίν μου κανένα από εκείνα τα νόστιμά σου συμπεράσματα. — Θα το κρίνης συ μόνος σου καλύτερα· αλλά απάντησέ μου. Αφού ωμολόγησες ότι είναι καλόν διά τον άρρωστον το φάρμακον, όταν υπάρχη ανάγκη να το πάρη, πρέπει λοιπόν αυτό το καλόν να το πάρη εις όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν ποσότητα, και νομίζεις ότι θα τον ωφελούσε περισσότερον, αν έτ ρ; — Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν, Ευθύδημε, εάν βέβαια εκείνος που θα το έπινε ήτον τόσο μεγάλος, όσος ο ανδριάς που είναι εις τους Δελφούς. — Και αφού λοιπόν είναι καλόν να πηγαίνη κανείς εις τον πόλεμον με όπλα, θα έπρεπεν αρά γε να φορή και όσον το δυνατόν περισσοτέρας ασπίδας και δόρατα, αφού είναι καλόν; — Και βέβαια έτσι πρέπει, είπεν ο Κτήσιππος· ή μήπως εσύ δεν το παραδέχεσαι, Ευθύδημε, και φρονείς ότι πρέπει να πηγαίνη με ένα μόνον δόρυ και με μίαν ασπίδα; — Ναι έτσι λέγω. — Έτσι λοιπόν θα ώλπιζες εσύ και τον Γηρυόνην και τον Βριάρεων; κρίμα κ' εγώ ενόμιζα πως κάτι περισσότερα νοιώθετε, εσύ και ο φίλος μας απεδώ, αφού μάλιστα είσθε και διδάσκαλοι της οπλομαχητικής.. Και ο μεν Ευθύδημος εσιώπησεν· ο δε Διονυσόδωρος εγύρισε τον λόγον εις την προηγουμένην απάντησιν του Κτησίππου και τον ηρώτησε· — Λοιπόν σου φαίνεται πως είναι καλόν να έχη κανείς και χρυσόν; — Βέβαια, και μάλιστα και πολύν, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Και δεν φρονείς ότι τα καλά πράγματα πρέπει να τα έχη κανείς παντού και πάντοτε; — Αναμφιβόλως, είπεν. — Δεν ωμολόγησες δε ότι και ο χρυσός είναι πράγμα καλόν; — Το ωμολόγησα πράγματι. — Δεν πρέπει λοιπόν να τον έχη κανείς πάντοτε και παντού, και προ πάντων μαζί του; και δεν θα ήτο ευτυχέστατος αν θα είχε τρία μεν τάλαντα χρυσού μέσα εις την κοιλίαν του, ένα τάλαντον εις το κρανίον του, και από ένα στατήρα εις το κάθε του μάτι; — Και πραγματικώς, Ευθύδημε, του είπεν ο Κτήσιππος, λέγουν ότι μεταξύ των Σκυθών εκείνοι θεωρούνται ευτυχέστατοι και άνθρωποι μεγαλυτέρας αξίας, που έχουν πολύ χρυσίον μέσα εις τα κρανία, τα
εινεν όλας του τας δυνάμεις διά να αρέση εις τον ερωμένον του.
ιδικά των, διά να μιλήσω κ' εγώ όπως εσύ, που έλεγες σκύλον τον πατέρα μου· και εκείνο που είναι ακόμη θαυμαστότερον, και πίνουν μέσα από τα επιχρυσωμένα κρανία των, και τα βλέπουν μέσα τα κρανία των, ενώ τα κρατούν εις τα χέρια των. — Και δεν μου λέγεις; είπεν ο Ευθύδημος· αυτοί οι Σκύθαι σου και οι άλλοι άνθρωποι βλέπουν εκείνα που ημπορούν να βλέπουν, ή που δεν ημπορούν; — Εκείνα που ημπορούν βέβαια. — Και εσύ το ίδιον; — Κ' εγώ το ίδιον. — Τα ρούχα που φορούμε τα βλέπεις; — Τα βλέπω. — Ώστε τα ρούχα μας ημπορούν να βλέπουν. — Και θαυμάσια μάλιστα, είπεν ο Κτήσιππος. — Και τι βλέπουν; — Τίποτε βλέπουν· εσύ όμως είσαι αρκετά αστείος, που να νομίζης ίσως, πως δεν βλέπουν· αλλά μα την αλήθειαν, Ευθύδημε, μου φαίνεται πως εσύ ξύπνος ονειρεύεσαι, και αν είναι δυνατόν να ομιλή κανείς χωρίς να λέγη τίποτε, εσύ θαρρώ πως το κατορθώνεις αυτό περίφημα. Επάνω εις αυτό ο Διονυσόδωρος ηρώτησε τον Κτήσιππον· — Και δεν είναι αρά γε δυνατόν διά τους σιωπώντας να ομιλούν; {5} — Όλως διόλου αδύνατον, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Και διά τους λαλούντας επίσης να σκοπούν; — Ακόμη ολιγώτερον. — Έτσι λοιπόν όταν ομιλής διά λίθους, ξύλα, σίδερα, δεν ομιλείς διά σιωπώντα πράγματα; — Κάθε άλλο, φίλε μου, αν τύχη μάλιστα να περνώ από γύφτικα· εκεί δα θακούσης τα σιδερικά να φωνάζουν και να σκούζουν, αν τα εγγίξη κανείς· ώστε αυτή τη φορά γελάστηκες, φαίνεται, από υπερβολικήν σοφίαν, και δεν κατάλαβες πως δεν είπες τίποτε· αλλά απόδειξέ μου τώρα και το άλλο, πως είναι δυνατόν διά τους λαλούντας να σιωπούν. Και ενώ έλεγεν αυτά ο Κτήσιππος, εφαίνετο πως ενέ τ — Λοιπόν, τον ηρώτησεν ο Ευθύδημος, όταν σιωπάς δεν σιωπάς όλα τα πράγματα; — Μάλιστα, του απεκρίθη. — Σιωπάς επομένως και τα λαλούντα, αφού βέβαια και τα λαλούντα περιλαμβάνονται μέσα εις το: όλα τα πράγματα. — Και πώς; είπεν ο Κτήσιππος, όλα τα πράγματα δεν σιωπούν; — Όχι βέβαια, απήντησεν ο Ευθύδημος. — Όλα λοιπόν τότε ομιλούν, αγαπητέ μου; — Εκείνα τουλάχιστον που ομιλούν. — Δεν είναι αυτό που σε ερωτώ, είπεν ο Κτήσιππος, αλλά, αν όλα τα πράγματα ομιλούν ή σιωπούν; — Ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά και τα δύο μαζί, επετάχτηκε και είπεν ο Διονυσόδωρος· και είμαι βέβαιος ότι δεν θα έχης να αντιτάξης τίποτε εις αυτήν την απάντησιν. Αλλά ο Κτήσιππος, κατά την συνήθειάν του, εξέσπασε στα γέλοια και, — Ευθύδημε, είπεν, ο αδελφός σου επαμφοτέρισεν εις αυτό που τον ηρώτησα, και πάει, χάθηκε, νικήθηκε. Και ο Κλεινίας ευχαριστήθηκε υπερβολικά και εγέλασε, πράγμα το οποίον έκαμε τον Κτήσιππον να φουσκώση και να γίνη δέκα φορές τόσος από την χαράν του· κατά την ιδέαν μου όμως ο Κτήσιππος, τετραπέρατος καθώς είναι, θα τα κρυφάκουσεν αυτά απ' αυτούς τους ιδίους και έμαθε το μυστικό τους· διότι αληθινά σ' αυτό το είδος της σοφίας κανείς εις τον κόσμον δεν μπορεί να τους παραβγή. Τότε εγώ εστράφηκα προς τον Κλεινίαν και του είπα· — Διατί, φίλε μου, γελάς διά πράγματα τόσον σοβαρά και ωραία; Και αμέσως ο Διονυσόδωρος, — Μπα! και είδες ποτέ σου εσύ, μου είπε, Σωκράτη, κανένα πράγμα ωραίον; — Είδα, του απήντησα, και πολλά μάλιστα, Διονυσόδωρε. — Και αυτά αρά γε ήσαν διαφορετικά από το ωραίον, ή το ίδιο πράγμα με αυτό; Εγώ τα έχασα κυριολεκτικώς, μη γνωρίζοντας τι να απαντήσω εις αυτήν
εύη; {6} — Τον χαλκέα. — Ποίον να κεραμεύη; — Τον κεραμέα. Ποίον
την ερώτησιν και είπα μέσα μου πως καλά να την πάθω που δεν ήξερα κάλλια να βουβαθώ· οπωσδήποτε του απήντησα, πως είναι διαφορετικά από αυτό το ίδιον το ωραίον· ευρίσκεται όμως εις το καθένα από αυτά μια κάποια ωραιότης. — Εάν λοιπόν τύχη και σου ευρεθή και σένα ένα βώδι, θα πη πως είσαι βώδι, και τώρα που έτυχε να ευρίσκωμαι κ' εγώ μαζί σου, θα πη πως είσαι Διονυσόδωρος; — Δάγκασε τη γλώσσα σου και μη βλαστημάς, του είπα εγώ. — Αλλά πώς ημπορεί, όταν ένα πράγμα που είναι διαφορετικόν από άλλο προστεθή εις αυτό, να γίνεται αυτό το διαφορετικόν άλλο απ' ό,τι είναι; — Αυτό απορείς; του είπα, αποπειρώμενος τώρα και εγώ να μιμηθώ την σοφίαν των, που τόσον επεθυμούσα να αποκτήσω. — Πώς να μην απορώ, μου είπε, και εγώ και όλοι οι άνθρωποι δι' ένα πράγμα που δεν υπάρχει; — Τι λέγεις, Διονυσόδωρε; το ωραίον δεν είναι ωραίον, και το άσχημον δεν είναι άσχημον; — Ναι, εάν μου φαίνεται εμένα. — Και δεν σου φαίνεται λοιπόν; — Πολύ καλά. — Λοιπόν και το ίδιον δεν είναι ίδιον, και το διαφορετικόν δεν είναι διαφορετικόν; διότι βέβαια δεν ημπορεί ποτέ το διαφορετικόν να είναι ίδιον· εγώ τουλάχιστον δεν επίστευα πως και ένα παιδί θα ήτο δυνατόν να αμφιβάλη ότι δεν είναι διαφορετικόν το διαφορετικόν· αλλά καταλαβαίνω, Διονυσόδωρε, πως από σκοπού και εν γνώσει το παρέτρεξες αυτό, διότι κατά τα άλλα αναγνωρίζω, ότι καθώς οι τεχνίται που τους επιβάλλεται να γνωρίζουν εις την εντέλειαν το κάθε τι του επαγγέλματός των, έτσι και σεις εξασκείτε την διαλογικήν τέχνην με όλην την τελειότητα. — Και ξεύρεις λοιπόν, με ηρώτησε, τι επιβαρύνει έκαστον τεχνίτην να κάμη; εν πρώτοις ποίον επιβαρύνει να χαλ κνα σφάζη και να γδέρνη και να κόπτη εις μικρά κομμάτια το κρέας και να τα βράζη ή να τα ψήνη; — Τον μάγειρον. — Καλά λοιπόν θα κάμη, εκείνος που κάμει ό,τι τον επιβαρύνει; — Μάλιστα — Τον μάγειρον δε, καθώς είπες, επιβαρύνει να κόπτη και να γδέρνη· το ωμολόγησες αυτό, ή όχι; — Αλλοίμονο! το ωμολόγησα, αλλά συχώρεσέ με, — Είναι λοιπόν φανερόν ότι, αν κανείς σφάξη τον μάγειρον και τον κόψη κομμάτια και τον βράση ή τον ψήση, θα κάμη ό,τι τον επιβαρύνει να κάμνη· το ίδιο και εκείνος που σφυροκοπήση τον χαλκέα και που κοπανίση τον κεραμέα και τον κάμη πηλόν. — Μα τον Ποσειδώνα! είπα, εγώ τότε· τώρα πλέον μ' αυτό επέθεσες τον κολοφώνα εις την σοφίαν σας· αρά γε θα την αποκτήσω και εγώ ποτέ, ώστε να γίνη και δική μου; — Και μήπως τάχα, Σωκράτη, θα την γνωρίσης, αν γίνη δική σου; — Εάν τουλάχιστον το θελήσης εσύ, πιστεύω ναι. — Και υποθέτεις λοιπόν, εξηκολούθησε, πως γνωρίζεις τα δικά σου; — Αν δεν λέγης συ τίποτε άλλο· διότι από σένα πρέπει να αρχίζωμεν και εις τον Ευθύδημον να τελειώνωμεν. — Νομίζεις λοιπόν ότι εκείνα τα πράγματα είναι δικά σου, που τα έχεις εις την κατοχήν σου και μπορείς να τα κάμης ό,τι θέλεις; παραδείγματος χάριν, το βώδι και το πρόβατον, που θα μπορούσες να τα πουλήσης και να τα χαρίσης και να τα θυσιάσης σε όποιο θεό θέλεις, νομίζεις πως είναι δικά σου; και εκείνα, που δεν θα μπορούσες να διαθέσης κατ' αυτόν τον τρόπον, δεν θα είναι δικά σου; Και εγώ, επειδή δεν αμφέβαλλα ότι κάτι ωραίο θα έβγαινε πάλι στη μέση από αυτάς τας ερωτήσεις και ήθελα να το ακούσω μια ώρ' αρχύτερα, έσπευσα να του απαντήσω ότι πραγματικώς εκείνα μόνον νομίζω δικά μου. — Τώρα λοιπόν λέγε μου, ζώα δεν ονομάζεις εκείνα
οί δε οι θεοί δεν είναι και ζώα; διότι ωμολόγησες ότι όσα έχου
που έχουν ψυχήν; — Ναι, του είπα. — Ομολογείς λοιπόν ότι μόνον εκείνα τα ζώα είναι δικά σου, που μπορείς να τα κάμης ό,τι είπαμε πριν; — Ομολογώ. Και εδώ εσταμάτησεν ολίγον ο Διονυσόδωρος με κάποια πολύ ειρωνικήν έκφρασιν, σαν να επρόκειτο τάχα να καταιβάση καμμιά μεγάλη σοφία.. — Λέγε μου, είπεν επί τέλους, Σωκράτη, έχεις δικό σου Δία πατρώον; Εγώ υπώπτευσα που ήθελε να καταλήξη με την ερώτησίν του, εκεί όπου και πράγματι κατέληξε, και εζητούσα κάποιαν απηλπισμένην διέξοδον και καθώς ψάρι πιασμένο στα δίκτυα ήρχισα να τα γυρνώ για να ξεφύγω. — Όχι δεν έχω, του απήντησα λοιπόν, Διονυσόδωρε. — Αλήθεια; φαίνεται λοιπόν πως είσαι πολύ κακομοιριασμένος άνθρωπος και ούτε καν Αθηναίος, αφού δεν έχεις ούτε πατρώους θεούς ούτε δικάς σου θυσίας ούτε κανένα καλόν και ωραίον πράγμα. Δάγκασε τη γλώσσα σου και μη βλαστημάς, Διονυσόδωρε, του είπα· μη με προπαίρνης έτσι άδικα· έχω και βωμούς και θυσίας ιδικάς μου και πατρικάς και απ' όλα αυτά που έχουν και οι άλλοι Αθηναίοι. — Και πώς λοιπόν; οι άλλοι Αθηναίοι δεν έχουν Δία πατρώον; — Δεν το έχουν καθόλου αυτό το επώνυμον οι Ίωνες, ούτε όσοι έχουν αποικήση από αυτήν την πόλιν, ούτε ημείς οι ίδιοι οι Αθηναίοι· έχομεν απλώς Απόλλωνα πατρώον, επειδή αυτός θεωρείται πατήρ του Ίωνος· ο Ζευς όμως δεν καλείται παρ' ημίν πατρώος, αλλά έρκειος και φράτριος, όπως και η Αθηνά φρατρία. — Αυτό αρκεί, είπεν ο Διονυσόδωρος· έχεις λοιπόν, καθώς φαίνεται, Απόλλωνα και Δία και Αθηνάν. — Έχω πράγματι. — Αυτοί λοιπόν δεν είναι θεοί δικοί σου; — Ιδικοί μου πρόγονοι, του απήντησα εγώ, και δεσπόται. — Αλλ' οπωσδήποτε δικοί σου· ή δεν το ωμολόγησες προ ολίγου; — Ναι, το ωμολόγησα· τι να κάμω; — Αυ τν ψυχήν είναι ζώα· ή μήπως αυτοί οι θεοί δεν έχουν ψυχήν; — Έχουν, του είπα, — Είναι λοιπόν και ζώα. — Μάλιστα. — Λοιπόν, έλεγες ότι εκείνα είναι ζώα δικά σου, που ημπορείς να τα δώσης, να τα πουλήσης και να τα θυσιάσης σε οποίον θεόν θέλεις. — Ναι, το ωμολόγησα, Ευθύδημε· διότι δεν μου επιτρέπεται πλέον ν' αποσύρω τον λόγον μου. — Έλα τώρα λοιπόν λέγε μου· αφού ισχυρίζεσαι ότι είναι δικός σου ο Ζευς και οι άλλοι θεοί, είναι επομένως εις την εξουσίαν σου να τους πουλήσης, ή να τους δώσης ή ό,τι άλλο θέλεις να τους κάμης, όπως και τα άλλα ζώα; Εγώ τότε, Κρίτων, ως κεραυνόπληκτος από αυτό το επιχείρημα, έμεινα άναυδος και αναπολόγητος· ο δε Κτήσιππος ηθέλησε να έλθη εις βοήθειάν μου και ανέκραξε· — Πυππάξ, ω Ηράκλεις! {7} τι θαυμασία λογική! — Και ο Διονυσόδωρος. — Τι; είπεν· ο Ηρακλής είναι πύππαξ, ή ο πύππαξ Ηρακλής; — Και ο Κτήσιππος, — Ω θεέ μου, είπε, τι φοβερά σοφία! αποσύρομαι και εγώ· αυτοί οι άνθρωποι είναι ακαταμάχητοι. Τότε δα, αγαπητέ μου Κρίτων, κανείς δεν έμεινε από τους παρισταμένους που να μην υπερεπαινέση τους ξένους και την σοφίαν των· από τα γέλοια και τα χειροκροτήματα και την χαράν των ολίγον έλειψε να πάθουν· ναι μεν εχειροκρότουν οι θαυμασταί του Ευθυδήμου και πριν, σε κάθε από εκείνα τα νόστιμα που έλεγαν· τότε όμως και οι κίονες αυτοί του Λυκείου λες κ' εχειροκροτούσαν από την μεγάλην των ευχαρίστησιν. Και εγώ ο ίδιος, τόση ήτο η έκπληξίς μου, ώστε ωμολόγησα ότι ποτέ μου δεν συνήντησα τόσον σοφούς ανθρώπους, και τελείως υποδουλωθείς υπό της σοφίας των ησθάνθην την ανάγκην να τους επιδαψιλεύσω επαίνους και εγκώμια. — Ευτυχείς θνητοί, τους είπα, τι θαυμαστή αυτή σας η ικανότης να αποτελειώσετε τόσον
ητήτε ενώπιον ακροατών· και αν θέλετε να με ακούσετε, σας συμβ
σύντομα και εις ολίγην ώραν ένα τόσον δύσκολον έργον! αλήθεια, πολλά και άλλα ωραία πράγματα έχει κανείς να θαυμάση, Ευθύδημε και Διονυσόδωρε, εις τους λόγους σας· εκείνο όμως τα ξεπερνά όλα, που δεν λαμβάνετε καθόλου υπ' όψιν σας τους πολλούς ανθρώπους, τους σοβαρούς προπάντων και εκείνους που τους λογαριάζουν για κάτι, αλλά μόνον τους ομοίους σας· διότι εγώ βέβαια γνωρίζω καλά πως ολίγοι μόνον άνθρωποι θα ευρίσκουν ευχαρίστησιν εις αυτούς σας τους λόγους, ακριβώς εκείνοι που σας ομοιάζουν· ενώ οι άλλοι έχουν τέτοιαν ιδέαν δι' αυτούς, ώστε, είμαι βέβαιος, περισσότερον θα εντρέπωνται, αν επρόκειτο να εξελέγξουν άλλους με τέτοια επιχειρήματα, παρά να εξελέγχονται οι ίδιοι. Και αυτό δε ακόμη δεικνύει μεγάλην εκ μέρους σας καταδεκτικότητα και ευγένειαν· πώς, όταν λέγετε ότι δεν υπάρχει τίποτε ούτε ωραίον, ούτε καλόν, ούτε λευκόν, ούτε τίποτε τέτοιο, και ότι κανένα πράγμα δεν διαφέρει από ένα άλλο, είναι η αλήθεια, και με όλα σας τα δίκαια το καυχάσθε και σεις, πώς ράπτετε τα στόματα των ανθρώπων· αλλά συγχρόνως όχι μόνον των άλλων, αλλά και τα δικά σας τα στόματα φαίνεσθε να ράπτετε· πράγμα το οποίον είναι πολύ λεπτόν εκ μέρους σας, και αφαιρεί από τας συζητήσεις σας κάτι που θα ήτο πολύ φορτικόν διά τους άλλους. Το δε θαυμαστότερον ακόμη, είναι ότι εσείς έχετε κατ' αυτόν τον τρόπον οικονομήση τα πράγματα και τόσον τεχνικά τα παρουσιάζετε, ώστε σε πολύ λίγον καιρό να τα μαθαίνη οποιοσδήποτε άνθρωπος· να, τώρα έξαφνα επρόσεξα τον Κτήσιππον και είδα πόσο γρήγορα ημπόρεσε να σας μιμηθή· είναι μεγάλον βέβαια πλεονέκτημα της τέχνης σας, να ημπορήτε τόσο γρήγορα να την μεταδίδετε, έχει όμως το πράγμα και την κακήν του όψιν, όταν συ ζουλεύω να αποφεύγετε να ομιλήτε εμπρός εις πολλούς ανθρώπους, διότι είναι φόβος να μη μάθουν αμέσως την τέχνην σας, χωρίς και να σας γνωρίζουν χάριν δι' αυτό· το καλύτερον που έχετε να κάμετε, είναι, σας διαβεβαιώ, να συζητήτε μόνον μεταξύ σας οι αδελφοί· ή τέλος πάντων, αν πρόκειται εμπρός εις κανένα άλλον, μόνον εμπρός εις εκείνον που θα πληρώση χρήματα διά να σας ακούση· το ίδιον μάλιστα, εάν ηξεύρετε το συμφέρον σας, θα συμβουλεύσετε και τους μαθητάς σας, ποτέ με κανένα άλλον άνθρωπον να μη συζητούν, παρά μόνον με σας ή μεταξύ των· διότι το σπάνιον, Ευθύδημε, είναι εκείνο που κάμνει πολύτιμον ένα πράγμα· το νερό βλέπεις, είναι πάμφθηνον, αν και είναι το καλύτερον από όλα τα πράγματα, καθώς το λέγει και ο Πίνδαρος. Ελάτε όμως τώρα, δεχθήτε μας, εμένα και τον Κλεινίαν, μαθητάς σας. Κατόπιν λοιπόν από αυτά, Κρίτων, και κάτι άλλα που είπαμεν, ανεχωρήσαμεν. Σκέψου τώρα και συ αν θέλης να πάρης μαθήματα μαζί μας από τους ανθρώπους· αυτοί υπόσχονται πως ημπορούν να διδάξουν την τέχνην των εις όποιον και αν είναι, φθάνει να τους πληρώση· δεν εξαιρούν καμμίαν ούτε διάνοιαν ούτε ηλικίαν και μάλιστα, πράγμα το οποίον σε ενδιαφέρει προ πάντων εσένα να το ακούσης, διαβεβαιούν πως ούτε αι χρηματιστικαί επιχειρήσεις ημπορούν να εμποδίσουν κανένα διά να παραλάβη ακόπως και εύκολα την σοφίαν. Κρίτων Είναι η αλήθεια, Σωκράτη, πως εγώ αγαπώ να ακούω και με ευχαρίστησίν μου πάντα να μανθάνω κάτι· φοβούμαι όμως πως δεν είμαι από τους ομοίους με τον Ευθύδημον, αλλά από εκείνους τους άλλους, που έλεγες δα και συ, που καλύτερα θα είχαν να εξελέγχωνται, παρά να εξελέγχουν με τέτοια μέσα. Βέβαια θα ήτο γελοίον εκ μέρους μου
κράτη, δεν ευρίσκω πως έχει δίκαιον ούτε αυτός ούτε οποιοσδήπο
να θέλω εγώ να σου δώσω συμβουλάς, μ' όλα ταύτα θα σου διηγηθώ εκείνα που ήκουσα. Αφού τελείωσεν η συζήτησίς σας, με επλησίασεν, εκεί που περιπατούσα, κάποιος από τον κύκλον σας, άνθρωπος με πολύ μεγάλην ιδέαν διά τον εαυτόν του, από εκείνους που έχουν έργον να συγγράφουν λόγους διά τα δικαστήρια, και μου λέγει· — Εσύ, δεν ήκουσες αυτούς τους σοφούς; — Όχι, δυστυχώς, του απήντησα ήτον τόσον πλήθος, που δεν ημπόρεσα να πλησιάσω αρκετά ώστε να ακούω. — Και όμως άξιζε τον κόπον να τους ακούσης, μου είπε. — Διατί; τον ηρώτησα. Θα ήκουες να συζητούν άνθρωποι, που θεωρούνται σήμερον οι πρώτοι εις αυτό το είδος των λόγων. — Και πώς σου εφάνησαν εσένα; τον ηρώτησα. — Εμένα; τι άλλο παρά οι συνηθισμένες φλυαρίες που ακούει κανείς πάντα από αυτούς τους ανθρώπους, που καταγίνονται με όλην τους την σοβαρότητα εις πράγματα όλως διόλου ανάξια λόγου. Αυτή ήτο επάνω κάτω αυτολεξεί η απάντησίς του. — Οπωσδήποτε, του είπα εγώ, δεν ημπορείς να αρνηθής, ότι η φιλοσοφία είναι ένα ωραίον πράγμα. — Τι ωραίον πράγμα κάθεσαι και μου λες, ευλογημένε μου; εγώ σου λέγω πως τίποτε δεν αξίζει· και αν ήσουν μάλιστα τώρα εκεί να ήκουες, θαρρώ πως θα εντρεπόσουν και ο ίδιος δια λογαριασμόν του φίλου σου· δεν έστεκε καθόλου εις την αξιοπρέπειάν του, να τίθεται εις την διάθεσιν ανθρώπων, που δεν τους μέλει να λέγουν ό,τι λάχη, και που πιάνονται από κάθε λέξιν που τους παρουσιάση η τύχη· και αυτοί, όπως σου έλεγα και προηγουμένως, θεωρούνται από τους καλυτέρους σήμερα εις αυτό το είδος· αλλά, να σου πω την αλήθεια. Κρίτων, και αυτή η φιλοσοφία και εκείνοι που επιδίδονται εις αυτήν είναι άνθρωποι γελοίοι και ούτε αξίζει να τους λαμβάνη κανείς υπ' όψιν. Εγώ μολαταύτα, Σ ωτε άλλος να κατηγορή αυτάς τας σπουδάς· αλλά να συζητή κανείς δημοσία με αυτού του είδους τους ανθρώπους, μου φαίνεται πώς έχει δίκαιον να το ψέγη. Σωκράτης Είναι πολύ περίεργοι, Κρίτων, αυτοί οι άνθρωποι· αν και δεν ηξεύρω καλά καλά ακόμη τι να πω· τι ήτανε αυτός ο άνθρωπος που σε επλησίασε και σου έψαλε τον εξάψαλμον της φιλοσοφίας; ήτο κανένας ρήτωρ, από εκείνους που είναι ικανοί να αγωνίζωνται αυτοπροσώπως εις τα δικαστήρια, ή από εκείνους, που στέλλουν τους τοιούτους εκεί, και συνθέτουν λόγους, που τους μεταχειρίζονται οι ρήτορες; Κρίτων Όχι, μα την αλήθεια· διόλου δεν είναι ρήτωρ, ούτε πιστεύω να έχη εμφανισθή ποτέ ενώπιον δικαστηρίου· αλλά λέγουν ότι αυτά τα πράγματα είναι ακριβώς η επιστήμη του και είναι έξοχος εις το είδος του και συνθέτει μοναδικούς λόγους. Σωκράτης Α, τώρα ενόησα· και ακριβώς περί αυτών των ανθρώπων επρόκειτο και εγώ να σου ομιλήσω. Είναι ίσα ίσα εκείνοι, που ο Πρόδικος τους κατέτασσεν εις τα πρόθυρα της φιλοσοφίας και της πολιτικής· αυτοί όχι μόνον πιστεύουν οι ίδιοι πως είναι οι σοφώτατοι μεταξύ των ανθρώπων, αλλά νομίζουν ότι και πολλοί άλλοι τους θεωρούν ως τοιούτους, και ότι κανείς άλλος παρά οι φιλόσοφοι είναι το μόνον πρόσκομμα, ώστε να μην συμμερίζωνται και όλοι γενικώς οι άνθρωποι αυτήν την ιδέαν. Φαντάζονται λοιπόν, πως αν ημπορούσαν να δυσφημήσουν τους φιλοσόφους ως αναξίους πάσης προσοχής και εκτιμήσεως, τότε αναμφισβητήτως και κατά την ιδέαν όλων εις αυτούς θα έμενεν ο στέφανος της σοφίας· και πιστεύουν μεν πράγματι ότι είναι σοφώτατοι, αλλά εις τας ιδιαιτέρας συζητήσεις, αν τύχη και τα φέρουν στενά, ισχυρίζονται ότι τους κόβουν τη φόρα τους άνθρωποι
εις καμμίαν όμως άλλην περίστασιν. Δεν πιστεύω όμως ποτέ να ισχυρι
σαν τον Ευθύδημον· σοφοί ότι είναι, έχουν όλα τους τα δίκαια να το πιστεύουν· ολίγη φιλοσοφία, ολίγη πολιτική, το πράγμα έχει τον λόγον του· κατ' αυτόν τον τρόπον μετέχει κανείς και από τα δύο, όσον χρειάζεται, και έξω από τους κινδύνους και τους αγώνας απολαμβάνει τους καρπούς της σοφίας του. Κρίτων Ε καλά· τι φρονείς εσύ, Σωκράτη, δι' αυτά που λέγουν· διότι οπωσδήποτε ο λόγος των έχει κάποιαν επίφασιν. Σωκράτης Και πράγματι έχει, Κρίτων, αλλά καθώς λέγεις και συ, επίφασιν μάλλον παρά αλήθειαν· διότι δεν είναι εύκολον να τους πείσης, ότι και οι άνθρωποι και όλα τα άλλα που ευρίσκονται μεταξύ δύο πραγμάτων και μετέχουν και από τα δύο, όσα μεν σύγκεινται από κακόν και από καλόν, γίνονται καλύτερα από το ένα και χειρότερα από το άλλο· όσα δε σύγκεινται από δύο καλά, τα οποία δεν τείνουν προς τον αυτόν σκοπόν, γίνονται χειρότερα και από τα δύο διά τον σκοπόν που χρησιμεύει το καθένα των χωριστά· {8} όσα δε συγκείμενα από δύο κακά, τα οποία δεν τείνουν προς τον αυτόν σκοπόν, ευρίσκονται μεταξύ των δύο, μόνον αυτά θα είναι καλύτερα και από τα δύο στοιχεία χωριστά, από τα οποία μέρος μετέχουν. Κατ' αυτόν τον τρόπον λοιπόν, εάν η φιλοσοφία είναι καλόν πράγμα και η πολιτική επίσης, αλλά η καθεμία των προς άλλον σκοπόν, οι άνθρωποι αυτοί μετέχοντες και από τας δύο και ευρισκόμενοι επομένως εις το μέσον μεταξύ των δύο, τίποτε δεν λέγουν, διότι είναι χειρότεροι και από τους φιλοσόφους και από τους πολιτικούς. Εάν δε η φιλοσοφία είναι καλόν και η πολιτική κακόν, είναι καλύτεροι μεν από τους πολιτικούς, χειρότεροι όμως από τους φιλοσόφους. Εάν δε είναι κακά και τα δύο, και η φιλοσοφία και η πολιτική, τότε μόνον ίσως θα είχον δίκαιον, σθούν ούτε ότι και τα δύο είναι κακά, ούτε ότι το ένα είναι κακόν και το άλλο καλόν· και αυτοί επομένως, οι οποίοι μετέχουν και από τα δύο, είναι τωόντι κατώτεροι ως προς εκείνο που αποτελεί την αξίαν και της φιλοσοφίας και της πολιτικής, και ενώ πραγματικώς είναι τρίτοι, ζητούν να θεωρούνται ότι είναι πρώτοι. Βεβαίως ημείς πρέπει να τους συγχωρούμεν και να μην αγανακτούμεν εναντίον των δι' αυτήν την αξίωσιν που έχουν, όχι όμως και να τους εκτιμώμεν περισσότερον απ' ό,τι αξίζουν, αλλά να τους δίδωμεν την εμπρέπουσαν θέσιν· διότι πρέπει να είμεθα ευχαριστημένοι με κάθε άνθρωπον, που έχει να μας παρουσιάση κάτι οπωσδήποτε λογικόν και φρόνιμον πράγμα και το οποίον επεξεργάζεται με όλον του τον ζήλον και την δύναμιν. Κρίτων Αλήθεια και εγώ, Σωκράτη, όπως σου το λέγω πάντοτε, ευρίσκομαι εις μεγάλην απορίαν διά τους υιούς μου, τι να κάμω· και ο μεν νεώτερος είναι ακόμη πολύ μικρός, ο Κριτόβουλός μου όμως έφθασε πλέον εις ώριμον ηλικίαν και έχει ανάγκην ανθρώπου, ο οποίος να αναλάβη την μόρφωσίν του. Εγώ λοιπόν κάθε φορά, που [[θα]] συνδιαλεχθώ μαζί σου, μένω πεπεισμένος ότι είναι τρέλλα να φροντίζη κανείς, χάριν των τέκνων του, διά τόσα άλλα πράγματα, παραδείγματος χάριν, διά τον γάμον, πώς να τους δώση, νυμφευόμενος, μητέρα από καλλίστην οικογένειαν, διά την περιουσίαν, πώς να τους κάμη όσον είναι δυνατόν πλουσιωτέρους — να αμελή δε την εκπαίδευσιν αυτών. Όταν όμως γυρίζω και βλέπω εκείνους που επαγγέλλονται την μόρφωσιν της νεολαίας, με τρομάζουν, και διά να σου είπω την αλήθειαν, ούτε ένα δεν ευρίσκω από αυτούς που να έχη τα απαιτούμενα προσόντα· ώστε δεν βλέπω διά ποίον λόγον να ωθήσω τον νέον εις την σπουδήν της φιλοσοφίας. Σωκράτης
στορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγο
Ε, αγαπητέ μου Κρίτων, δεν γνωρίζεις ότι εις κάθε επάγγελμα οι ανίκανοι και οι ανάξιοι λόγου αποτελούν την πλειονοψηφίαν, ολίγοι δε είναι οι καλοί και οι άξιοι πάσης εκτιμήσεως; λέγε μου, η γυμναστική δεν σου φαίνεται καλόν πράγμα, και η ρητορική επίσης και το εμπόριον και η στρατιωτική τέχνη; Κρίτων Βεβαίως και κατά πάντα λόγον. Σωκράτης Τι συμβαίνει όμως; δεν παρατηρείς ότι οι περισσότεροι από εκείνους που καταγίνονται με αυτάς τας τέχνας είναι καταγέλαστοι εις ό,τι κάμνουν; Κρίτων Ναι, μα τον Δία, αλήθεια είναι αυτό που λες. Σωκράτης Αλλά μήπως λοιπόν δι' αυτόν τον λόγον και ο ίδιος θα αποκηρύξης όλα τα επαγγέλματα και τον υιόν σου θα αποτρέψης από αυτά; Κρίτων Δεν θα ήτο καθόλου σωστόν και δίκαιον. Σωκράτης Μην κάμης λοιπόν, Κρίτων, πράγμα που δεν πρέπει. Άφησε τους να κουρεύωνται εκείνους που επαγγέλλονται τον φιλόσοφον, είτε καλοί είναι είτε κακοί· αλλά εξέτασε αυτό καθ' εαυτό το πράγμα, την φιλοσοφίαν, με όλην σου την προσοχήν· και αν μεν σου φαίνεται το πράγμα ανάξιον λόγου, με όλα σου τα δίκαια να αποτρέπης από αυτήν, όχι μόνον τα παιδιά σου, αλλά και κάθε άνθρωπον εν γένει· εάν όμως την εύρης τοιαύτην, οποίαν την φαντάζομαι εγώ ότι είναι, τότε να επιδοθής με όλην σου την εμπιστοσύνην και με όλας σου τας δυνάμεις εις την καλλιέργειαν αυτής, και ο ίδιος και συν γυναιξί και τέκνοις, που λέγει και η παροιμία. Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη ( ις) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα. ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ Ο διάλογος αυτός αποτελεί σφοδρήν επίθεση και επίκριση των αμφιγνωμιών, των σφαλερών συλλογισμών και της κενότητας της σκέψης και των γνώσεων των σοφιστών, όχι τόσο των επιφανών και φιλοσοφούντων, όσο των κοινών και ρητορευόντων. Ωρισμένοι υπαινιγμοί αφορούν στον Αντισθένη και στον Ισοκράτη.